Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

ΒΟΝΙΤΣΑ: ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ 1940 - 1948 ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ (ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ- Ο ΠΑΙΔΟΝΟΜΟΣ)

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ
Το σχολείο μας, ήταν στην παραλία διώροφο, με δυο αίθουσες επάνω και μια μεγάλη κάτω. 
Όταν είχε φουσκο-θαλασσά, χρειαζόμασταν βάρκα,,, και με τις τραμουντάνες,,, ξέχνατο.
Το είχε χτίσει η εκκλησία και μας τόχε παραχωρήσει, για να μάθουμε γράμματα. 
Εμείς όμως, αγαπούσαμε περισσότερο το παιχνίδι, παρά το βιβλίο.
Θ,,, Θ,,, Θύμωσε ο Θύμιος... Έλα Λόλα, έλα, έλα... Όλα όλα. 
Σαχλαμάρες.... Εμείς αυτά, τα ξέραμε . 
Έτσι όμως και μας έβγαζε ο δάσκαλος στον πίνακα και δεν ξέραμε να τα διαβάσουμε, το ξύλο με τη βίτσα, έπεφτε άγριο.
Ήταν καλός ο δάσκαλός μας ο Ραμώνας, αλλά όταν αγρίευε και βάραγε τη βέργα πάνω στα θρανία των κοριτσιών, το κάτουρο, κύλαγε από κάτω ποτάμι. 
Μια μέρα θυμάμαι, κρατώντας ο δάσκαλός μας ένα ντενεκέ στα χέρια κάτι μας έλεγε για τα φυτά, όταν πετάχτηκε ή Αλισάβ (Ελισάβετ) γεμάτη αφέλεια και τον ρώτησε...
-Καλαθάκι ειν αυτό Δάσκαλε;;;
Εκεί νάσουνα, να δεις ξύλο που έφαγε... 
Στα τελευταία θρανία ήταν η μουλαρία, παιδιά δέκα με δεκαπέντε χρόνια, μεγαλύτερά μας. Τα μάζευε η αστυνομία απ τα σοκάκια και τα κήπια και τα έφερνε με το ζόρι στο σχολείο -με εντολή του Μεταξά- για να μάθουν κι αυτά γράμματα. 
Σάλταγαν όμως απ τα παραθύρια και άντε να τα ματαβρείς και να τα ξαναμαζέψεις. 
Για μας πρώτη σχολική χρονιά, ήταν το 1940... 
Ήταν χαρούμενες οι μέρες εκείνες. 
Όλη μέρα βάραγαν οι καμπάνες, για τις νίκες μας στην Αλβανία και μεις, γυρίζαμε αδέσποτα στους δρόμους.
Μετά, όταν ήρθαν οι Γερμανοί,,, επείταξαν το σχολείο,,, και μας έκαναν έξωση... 
Μας πέταξαν στο δρόμο και μεις, σαν την άδικη κατάρα, αρχίσαμε να γυρίζουμε, από εκκλησιά σε εκκλησιά. 
Κάναμε μάθημα καθισμένοι σταυροπόδι καταή στα πλακάκια, της μιας ή της άλλης εκκλησιάς κι απ την παγωνιά στον κώλο και την πείνα στην κοιλιά, δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα ποδάρια μας. 
Πήρα το ενδεικτικό της πρώτης τάξης με 10 και άρχισα να τρέχω κρατώντας το ψηλά, σαν τρελός.  Σκουντούφλησα όμως σε μια πέτρα, κι απ τη φόρα που είχα, έσκασα μέσα σε μια τεράστια λόμπα με νερό, που ήταν ανάμεσα στον Πλάτανο και στον Αι-Σπυρίδωνα. 
Δεν με ένοιαξε για μένα, αλλά έχασα το ενδεικτικό κάτω απ τις λάσπες και μέχρι να το βρω, έγινε κουρέλι. 
Τζάμπα έκλαψα για το ενδεικτικό εκείνο, γιατί η δασκάλα μας η Ζμαράγδα, με ξανάστειλε πάλη στην πρώτη, λόγω ηλικίας, γιατί φοβόταν όπως έλεγε, τον επιθεωρητή. 
Η δασκάλα μας η Σμαράγδα, ήρθε απ την Κέρκυρα για να μας μάθει γράμματα. 
Ήπιε όμως νερό απ τη βρύση τη Μπροσώρα, αγάπησε τον Λόλο τον Βρακατσέλη, τον παντρεύτηκε,,, κι έγινε Βονιτσάνα. 
Λέγανε τότε, πως όποιος ξένος έπινε νερό απ τη βρύση αυτή, παντρευόταν και έμενε εδώ. 
Όταν ήρθε και η αδελφή της δασκάλας μας, η Κική για να την δει,,, ήπιε κι αυτή νερό απ την Μπροσώρα, αγάπησε τον Γιάννη τον Μπάζα και έμεινε κι αυτή στη Βόνιτσα. 
Με τα χρόνια που περνούσαν και επειδή το κακό είχε παραγίνει, το κοινοτικό συμβούλιο, με επανειλημμένες συσκέψεις, αποφάσισε να ξηλώσει τη βρύση αυτή, εκ βάθρων,,, και το έκανε. 

Ο ΠΑΙΔΟΝΟΜΟΣ 
Τότε,,, πάνω στην αναμπουμπούλα, δε θυμάμαι ακριβώς πότε, για να μπορέσουν να μας συμμαζέψουν απ τους δρόμους και τη θάλασσα, μας βάλανε και παιδονόμο. 
Πρώτος, ήταν ο Αρκουδογιάννης,,, που δεν ξέρω από που ξέπεσε εδώ στη Βόνιτσα, να μας ταλαιπωρεί.. 
Ακούγαμε παιδονόμο και γινόμασταν καπνός,,, μπουχός καλύτερα. 
Τότε, οι δρόμοι της Βόνιτσας, ήταν σκεπασμένοι από ψιλή σκόνη, που τη δημιουργούσαν τα Γερμανικά άρματα μάχης, που ανεβοκατέβαιναν όλη μέρα, ασταμάτητα... 
Πάταγες χάμω ξυπόλητος και σηκωνόταν μπουχός, καθώς έμπαινε το πόδι σου μέσα της, μέχρι το κότσι.. 
Το χειμώνα, όλα αυτά,,, γινότανε λασπούρα,,, αλλά εμάς δεν μας ένοιαζε, μιας και δε φοβόμασταν μη λερώσουμε, τα παπούτσια που δεν είχαμε. 
Εκεί λοιπόν που παίζαμε τη σκλέτζα, και είμαστε αφοσιωμένα στο παιχνίδι, με το που έλεγε ένας -ο παιδονόμος- ... εκεί να ήσουνα να δεις, τι σημαίνει κουσί
Τον παιδονόμο, τον λέγανε Αρκουδογιάννη, γιατί ντυνόταν αρκούδα και χόρευε εδώ και κει... 
Δεν ξέρω, αν το έκανε για πλάκα ή από συνήθειο. 
Έφερνε όμως και αρκούδες στη Βόνιτσα και χόρευε μαζί τους στις γειτονιές, με αμοιβή του, αυγά... 
Βάραγε το ντέφι ρυθμικά κι αντιλαλούσαν οι γειτονιές της Μπούχαλης. 
Βγαίναν τότε όλοι στο δρόμο να απολαύσουν το θέαμα, καθώς όρθια η αρκούδα, χοροπήδαγε με σκέρτσα στα πίσω πόδια της και στο ρυθμό του ντεφιού. 
Ακούγαμε και εμείς το ντέφι από μακρυά, παρατάγαμε στη μέση το παιχνίδι και τρέχαμε του σκοτωμού, να προλάβουμε το θέαμα. 
Η καλοκαιρινή ατραξιόν, τέλειωνε με κάτι μικρές μαϊμουδίτσες που τις φέρνανε στη Βόνιτσα, κατάμαυροι, γυρολόγοι τσιγγάνοι. 
Τις βάζανε πάνω σε ένα ξύλο που κρατούσαν,, και τις ρωτούσαν,, πως βάζουν οι κυρίες το κραγιόν,,, πως βάζουν οι κυρίες την πούδρα,,, πως σφουγγίζουν οι κυρίες τον κώλο τους,,, κι αυτές ανταποκρίνονταν σωστά, στις ερωτήσεις τους. 
Μέτα χορεύανε, κάνανε και μερικές κώλο-τούμπες και έβγαινε ο δίσκος. 
Μετά τον Αρκουδογιάννη, παιδονόμος ήταν ένας Κοντομήχης, ντόπιο πράμα, κοντούλης και σκληρό καρύδι.