Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Η ΕΚΚΛΗΣΊΑ ΜΑΣ ΓΙΟΡΤΆΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ. ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΤΟΥΝΑΣ

Ιερός  Ναός   Αγίου  Νικοδήμου (Συνοικισμός Αγίου Νικολάου)
Διδάσκαλος του Γένους
Ανάμεσα στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, ασκητές και θεολόγους του Νέου Ελληνισμού και μάλιστα κατά τον 18ο αιώνα, συγκαταλέγεται δικαίως ο άγιος Νικόδημος ο 
Αγιορείτης (1749 - 1809).

Καταγωγή και αγωγή παιδεία πολυτάλαντη.  Ο Άγιος Νικόδημος γεννήθηκε στη Νάξο, κατά το σωτήριον έτος 1749, από γονείς ευσεβείς και αγαπώντες τον Θεό, τον Αντώνιο και την Αναστασία, η οποία όταν αργότερα 
έγινε μοναχή μετονομάσθηκε Αγάθη. Κατά τη βάπτισή του το παιδί πήρε το όνομα Νικόλαος. Ενόσω ήταν ακόμα μικρός διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στην πατρίδα του, τη Χώρα, 
από έναν ιερέα της γειτονιάς του, πού τον έπαιρνε μαζί του και στις καθημερινές Ακολουθίες. Αργότερα πήρε μαθήματα από τον παπά Χρύσανθο, τον αδελφό του ιερομάρτυρα 
Κοσμά του Αιτωλού πού μαρτύρησε πρόσφατα [το 1779], ο Χρύσανθος βρισκόταν τότε στη Νάξο.
Όταν ο Νικόλαος έγινε 16 χρονών, τον πήρε ο πατέρας του και τον έφερε στη Σμύρνη, τον ανέθεσε δε στο διδάσκαλο της Σμύρνης, τον κύρ Ιερόθεον [Βουλισμάν] ο οποίος και τον τακτοποίησε στο κοινόβιο του σχολείου. Όταν ο μακάριος φοιτούσε στο σχολείο ήταν από όλους αγαπητός: από δασκάλους, επιτρόπους και τους συμμαθητές του.

Γνωριμία με Αγιορείτες«Κολλυβάδες».
Ο Άγιος μετά την εξαγριώση των Τούρκων έφυγε από την Σμύρνη και μαζί με τον μητροπολίτη Παροναξίας στη συνοδεία του πήγε στη Νάξο. Την περίοδο αυτή γνωρίσθηκε στη 
Νάξο με Αγιορείτες πατέρες, με τους ιερομονάχους, Γρηγόριο και Νήφωνα και με τον Γερο - Αρσένιο, άνδρες πού πραγματικά υπερείχαν από τους πολλούς σε αρετή και σεμνότητα.
Από αυτούς ελκύσθηκε στον μοναχικό βίο και διδάχθηκε τη νοερά προσευχή. Από τη Νάξο, δεν ξέρω ακριβώς πότε, πήγε στην Ύδρα. Εκεί συνάντησε τον άγιο Μακάριο τον 
Κορίνθου, πού έλαμπε από κάθε αρετή και αγιότητα. Βρήκε και τον Γέροντα Σίλβεστρο τον Καισαρέα.

Αγιορείτης κοινοβιάτης μοναχός. 
Το έτος 1775 θέλησε να μεταβεί στο Άγιον Όρος. Κατεβαίνοντας δε στον αιγιαλό, βρήκε ένα καίκι πού ετοιμαζόταν να αποπλεύσει. Ρωτάει: «για πού, αν θέλει ο Θεός;» Εκείνοι του 
απάντησαν « για το Άγιον Όρος». Αυτός, ακούγοντας την απάντηση, αφού ευχαρίστησε νοερά τον Θεό πού εκπλήρωνε τον πόθο του, τους λέει χαρούμενος: «σας παρακαλώ, 
πάρτε κι εμένα». Τού είπαν «ας είναι, σε παίρνουμε». Δεν ξέρω όμως, ή ξέχασαν ή σκέφθηκαν ότι ίσως δεν έχει τα ναύλα, και όταν ξεκίνησαν δεν του το είπαν. Εκείνος, καθώς είδε 
το καίκι πού απέπλεε, βάζει αμέσως τις φωνές και τα κλάματα και μπαίνει μες στη θάλασσα περπατώντας για να τους φτάσει. Οι ναύτες, βλέποντάς τον πού δεν γύριζε πίσω, 
φοβήθηκαν τον Θεό, επέστρεψαν και τον πήραν μαζί τους. Με τον τρόπο αυτό έφθασε με το καλό στο Άγιον Όρος και στη Μονή του Άγιου Διονυσίου. 

Απαρχή του συγγραφικού έργου: «Φιλοκαλία» (1777). 
Το έτος 1777 άρχισε να γράφει την «Φιλοκαλία». Σ’ αυτήν βλέπουμε το ωραιότατο Προοίμιο και τους συνοπτικούς μελιστάλακτους Βίους των θείων Πατέρων. Επίσης διόρθωσε και 
τον «Ευεργετινό» και τον πλούτισε με κάλλιστο Προοίμιο. Διόρθωσε και συμπλήρωσε το πάγχρυσο μικρό έργο «Περί της θείας και ιεράς συνεχούς Μεταλήψεως», τα όποια πήρε 
μαζί του ο άγιος Κορίνθου [Μακάριος] και πήγε στη Σμύρνη για να φροντίσει περί της δαπάνης της τυπογραφίας.

Ερημίτης ησυχαστής ως «καυγιώτης». 
Κατόπιν νοίκιασε καύγια στον «Άγιο Αθανάσιο», εδώ στη γειτονιά μας, και παίρνοντας από μας το ψωμί ησύχαζε εκεί, ενώ καλλιγραφώντας έβγαζε τα έξοδά του. Επίσης εκεί 
συνέθεσε τα γλυκύτατα μελωδήματα, τα ιδιόμελα και προσόμοια, πού είναι αντάξια σε πατέρες του μεγέθους των αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου. Στη Σκήτη βρήκε πραγματικά 
την ησυχία πού από καιρό επιζητούσε. Και δόθηκε ολοκληρωτικά, ημέρα και νύχτα, στη μελέτη των θείων Γραφών και τους λόγους των αγίων Πατέρων, οι όποιοι είναι οι θεόσοφοι 
ερμηνευτές των θεόπνευστων Γραφών. 

Έναν χρόνο στη Σκυροπούλα (1777 - 78). 
Ο Γερο - Αρσένιος, πήγε και εγκαταστάθηκε στη Σκυροπούλα. Ως υποτακτικός του τον ακολούθησε και ο Νικόδημος και έμεινε επί έναν χρόνο. Εκεί συνέγραψε το «Συμβουλευτικών.

Στην έρημο της Καψάλας (1778). 
Το 1778 επανήλθε στο Άγιον Όρος. Με την επάνοδο του ο Γέροντάς μας τον έκανε μεγαλόσχημο μοναχό .Όταν πέρασε λίγος καιρός αγόρασε την καλύβα πιο πάνω από το 
Κυριακό, στο Ραχώνι, πού ονομάζεται «τού Θεωνά». 

Τα πρώτα γνωστά συγγράμματα. 
Το 1784 ήρθε και πάλι ο άγιος Μακάριος [Κορίνθου] και ξαναδιόρθωσε και καλλώπισε το βιβλίο του άγιου Συμεών του Νέου Θεολόγου, συνέγραψε και το πρώτο 
«Εξομολογητάριον», συγκέντρωσε και καλλώπισε και εμελούργησε ένα τμήμα του ιερού «Θεοτοκαρίου». Επίσης καλλώπισε το βιβλίο «Αόρατος Πόλεμος», ή προτιμότερο να 
πει κανείς το συνέγραψε και το κατένειμε σε κεφάλαια, ενώ συμπλήρωσε και το «Νέον Μαρτυρολόγιον» και τα «Πνευματικά Γυμνάσματα».

Ισόβιος νηστευτής ξηροφάγος. 
Στο διάστημα πού έμενε στον Άγιο Βασίλειο συνέγραψε τη «Χρηστοήθεια», διόρθωσε και καλλώπισε τα «Ασματικά Εγκώμια του Επιταφίου». Λίγο αργότερα αγόρασε την καλύβα 
πού βρίσκεται απέναντι από τον Άγιο Βασίλειο, και παίρνοντας το ψωμί του από μας, ησύχαζε εκεί. Την άλλη διατροφή του αποτελούσε πότε ρύζι νερόβραστο, πότε νερόμελο τον 
περισσότερο όμως καιρό το προσφάι του ήταν ελιές και μουσκεμένα κουκιά. Όποτε του τύχαιναν ψάρια, τα έδινε σε κανέναν γείτονα του πού τα μαγείρευε και τα έτρωγαν μαζί. 
Και οι γείτονές του, ξέροντας ότι δεν μαγειρεύει, πολλές φορές του πήγαιναν μαγειρεμένο φαγητό. 

Η έρημος της Καψάλας... μέγας άμβωνας! 
Σ’ αυτήν την καλύβα ήρθε το 1794, όπου διόρθωσε και καλλώπισε το «Ευχολόγιον», συνέθεσε την «Χρηστοήθειαν», το δεύτερο «Εξομολογητάριον», τις 14 Επιστολές του Παύλου, 
τις 7 Καθολικές, το Ψαλτήριον του Ευθυμίου Ζυγαδινού, το οποίο μετέφρασε και το εμπλούτισε σχεδόν με όλες τις ερμηνείες των αγίων Πατέρων. Επίσης και τις Εννέα Ωδές των 
θείων Προφητών, βιβλίο πού ονόμασε «Κήπον Χαρίτων», καλλώπισε ακόμα και το βιβλίο του Βαρσανουφίου.

Οι πειρασμοί των δαιμόνων. 
Δεν πρέπει να νομίσετε ότι όλα αυτά τα κατόρθωσε χωρίς φθόνους και πειρασμούς των νοητών και αισθητών εχθρών. Στις καλύβες πού ήταν, τον πείραζαν ψιθυρίζοντας, 
προσπάθησε μήπως ακούσει κάτι συγκεκριμένο, χωρίς αποτέλεσμα. Μόνο μία φορά διέκρινε τη φράση: «Αυτός ο γράψας».

Μεγάλη αδυναμία εξάντληση (1805). 
Το 1805, του ήταν απαραίτητο καθημερινά το μαγειρεμένο φαγητό και το κρασί. Παρόλο όμως πού έτρωγε και έπινε, δεν αισθανόταν να ανακτά δύναμη. Κάτω απ’ αυτή την πίεση 
επεδίωκε να βρει κάποιον αδελφό να κατοικήσουν μαζί. Στην αρχή και για λίγες ημέρες κοινοβίασε με έναν γείτονά του. Ύστερα πήγε πάνω, στον παπα - Κυπριανό, ζωγράφο, 
του μακαρίτη Παρθενίου. Εκεί κάθισε έναν χρόνο, καλλώπισε δε και συμπλήρωσε τον «Συναξαριστή». Όμως η αγάπη του για «ησυχία» τον πίεζε. Παρακινημένος λοιπόν από έναν
αδελφό πού υποσχέθηκε να τον υπηρετήσει ως το τέλος της ζωής του, αγόρασε και πάλι την πρώτη Καλύβη στο Ραχώνι, πάνω από το Κυριακό. Αφού όμως πέρασε κανένας 
χρόνος ο αδελφός τον άφησε, κι υστέρα άλλος και άλλος. Εδώ εξήγησε τους Κανόνες των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών και άρχισε την ερμηνεία στους Αναβαθμούς.
Αλλά ας πω, πατέρες, το θλιβερό μήνυμα. Ενόσω ερμήνευε τους «Αναβαθμούς» επιδεινώθηκε η αρρώστια του, πού ήταν αδυναμία και ανορεξία. Ότι και να έτρωγε, δεν αισθανόταν 
να δυναμώνει το σώμα του, αντίθετα καταβαλλόταν περισσότερο. Έπεσαν τα δόντια του και έχασε λίγο την ακοή του.

Ημιπληγία από υπερκόπωση (1809). 
Το 1809 πήγε πάνω, στον παπα - Κυπριανό, για τη γιορτή του αγίου Γεωργίου. Επιστρέφοντας στην Καλύβια του ένιωσε αδιαθεσία, όταν του πέρασε αυτή του έμεινε ανορεξία. 
Ταυτόχρονα σχεδόν αρρώστησε βαριά και έχασε περισσότερο την ακοή του, η αρρώστια του ήταν σαν καταρροή. Μετά από είκοσι ημέρες περίπου συνήλθε και ολοκληρώνοντας 
τους «Αναβαθμούς» δόξασε τον Θεό λέγοντας: «Πάρε με, Θεέ μου, διότι βαρέθηκα ετούτο τον κόσμο». Αυτό το λόγο τον έλεγε συχνά, καθώς διαπίστωνε στον εαυτό του μεγάλη 
αδυναμία. Στις 5 Ιουλίου θέλησε να κάνει περίπατο μέχρι τη Μονή Κουτλουμουσίου, φτάνοντας εκεί τον δέχθηκαν οι πατέρες με χαρά. Μετά τον Εσπερινό του διέθεσαν ένα μουλάρι 
για να ανέβει στο Κελί, ώστε να μη κουραστεί. Ο συνοδός αγωγιάτης, για να επιστρέψει γρήγορα, τον πήγε από τον ανηφορικό δρόμο, το μουλάρι πού έτυχε να είναι νέο και ζωηρό, 
αναβαίνοντας τον κούνησε. Όταν έφτασε στο Κελί και ξεπέζεψε, πιάστηκε το δεξί του χέρι, την άλλη μέρα πιάστηκε η γλώσσα του. Βρέχοντάς την με νερό μιλούσε, αλλά μετά από 
λίγο πάλι «πιάνονταν». 

«Πεθαίνω... μεταλάβετέ με!» 
Αυτές τις τελευταίες ημέρες του έκαναν όλα όσα αρμόξουν πριν την έξοδο του [από την παρούσα ζωή], δηλαδή γενική εξομολόγηση, Ευχέλαιο και καθημερινή μετάδοση των 
αχράντων Μυστηρίων. Στις 13 του μηνός βάρυνε περισσότερο και στενοχωριόταν. Επειδή δεν μπορούσε να λέει την Ευχή με το νου, κατά τη συνήθειά του, την έλεγε ακουόμενος. 
Και διαρκώς επανελάμβανε στους αδελφούς: «Να με συγχωρήσετε, πατέρες μου. Κουράστηκε ο νους μου, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στην Ευχή και γι’ αυτό τη λέω δυνατά. 
Οι αδελφοί στο μεταξύ έμειναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα, περιμένοντας την έξοδο του. Συχνά τον πλησίαζαν και τον ρωτούσαν: «Διδάσκαλε, πώς είσαι;» και μιλούσαν για λίγο. 
Κατά την έκτη ώρα της νύχτας, μετά την ερώτηση, τους απάντησε: «Πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω. Αλλά σας παρακαλώ, να με μεταλάβετε». Αφού ετοιμάσθηκε, κοινώνησε των 
αχράντων Μυστηρίων. Ύστερα από λίγη ώρα πήγαν και τον βρήκαν με τα χέρια σταυρωμένα, τα πόδια απλωμένα και τον ερωτούν: «Διδάσκαλε, τι κάνεις; Ησυχάζεις;». 
Εκείνος αποκρίθηκε: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πώς να μην ησυχάσω;» Συνομίλησε για λίγο και σώπασε.

«Βασίλεψε ο νοητός ήλιος»
Στις 14 Ιουλίου κι ενώ ανέτελε ο αισθητός ήλιος στη γη, βασίλευε ο νοητός ήλιος της Εκκλησίας του Χριστού. Αλλά οι ακτίνες των διδαχών του είναι μαζί μας, μας φωτίζουν και θα 
φωτίζουν την Εκκλησία...

Τα «Άπαντα» του Αγίου
Είναι ευτύχημα ότι το μέγα —σε ποιότητα και ποσότητα— συγγραφικό έργο του αγίου Νικοδήμου όχι μόνο διασώθηκε σχεδόν στο σύνολο του, αλλά γνώρισε και γνωρίζει σημαντική 
απήχηση μεταξύ των χριστιανών. Στην εποχή του είχε αναδειχθεί ως ο πολυγραφότερος, μετά την Άλωση της Πόλης (1453), εκκλησιαστικός συγγραφέας και είχε συντελέσει όσον 
ολίγοι στην πνευματική αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. 

Βιβλία του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη:
1. Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών (στο πρωτότυπο και σε νεοελληνική απόδοση).
2. Ευεργετινός (κείμενο απόδοση).
3. Περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως.
4. Αλφαβηταλφάβητος όσιου Μελετίου Γαλησιώτου.
5. Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, ήτοι περί φυλακής των πέντε αισθήσεων.
6. Αόρατος Πόλεμος.
7. Πνευματικά γυμνάσματα.
8. Άπαντα αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (πιθανόν όχι δικό του έργο).
9. Χρηστοήθεια.
10. Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου.
11. Συναξαριστής (Βίοι αγίων των 12 Μηναίων, 6 τόμοι).
12. Συναξαριστής Μέγας (14 τόμοι).
13. Νέον εκλόγιον (Βίοι όσιων).
14. Νέον Μαρτυρολόγιον (Συναξαριστής Νεομαρτύρων).
15. Εξομολογητάριον. 
16. Ιερόν Πηδάλιον.
17. Ερμηνεία Ψαλτηρίου (3 τόμοι).
18. Ερμηνεία Καθολικών Επιστολών.
19. Ερμηνεία Επιστολών του αποστόλου Παύλου (3 τόμοι).
20. Εορτοδρόμιον (3 τόμοι).
21. Κήπος Χαρίτων.
22. Νέα Κλίμαξ.
23. Θεοτοκάριον.
24. Απάνθισμα λίαν κατανυκτικών ευχών...
25. Ομολογία Πίστεως.
Πρόσφατα άναγνωρίσθηκαν ως έργα του άγιου Νικοδήμου και τά:
26. Επίσκεψις πνευματικού προς ασθενή, και
27. Εξέτασις της συνειδήσεως.


Η συγκαταρίθμηση του Νικοδήμου μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας μας έγινε σχετικά πρόσφατα με την υπ’ αρ. 1717/31.5.1955 Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 
Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η μνήμη του άγεται τη 14η Ιουλίου. 


Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ΄. Τήν ὡραιότητα
Σοφίας χάριτι, Πάτερ, κοσμούμενος, σάλπιγξ θεοφθόγγος ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καί ἀρετῶν ὑφηγητής, Νικόδημε θεηγόρε, πάσι γάρ παρέθηκας σωτηρίας διδάγματα, 
βίου καθαρότητος διεκφαίνων τήν ἔλλαμψιν, τῷ πλούτω τῶν ἐνθέων σου λόγων, δί’ ὧν ὡς φῶς τῷ κόσμω ἔλαμψας.