Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Ένας σύγχρονος Γερμανός περιηγητής ο Steffensen otto ακολούθησε τα χνάρια του Παππού του, που πολέμησε σαν κατακτητής στην περιοχή μας στον Β’ Π.Π. έψαξε και βρήκε την Πανέμορφη Ζαβέρδα σήμερα

ΣΑΝ ΒΓΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗ ΖΑΒΕΡΔΑ......θα βρεθείς στην Πάλαιρο!
Πρόσφατες αλλαγές τοπωνυμίων δυσκολεύουν σύγχρονο γερμανό περιηγητή να ακολουθήσει στην Αιτωλοακαρνανία τα χνάρια του παππού του, στρατιώτη του Β΄Π.Π. 
Επιστροφή
Το καλοκαίρι που πέρασε το 2011, αποφάσισα να κάνω τις διακοπές μου στην Ελλάδα ακολουθώντας τα χνάρια τού παππού μου, ο οποίος στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο είχε εισβάλει με το γερμανικό στρατό. Από μικρός θυμάμαι τις διηγήσεις του για τις αιματηρές μάχες, που έδωσε, αλλά και τα όμορφα μέρη τής Ελλάδας, που επισκέφθηκε σα στρατιώτης. Ένα από τα χωριουδάκια, που τον είχαν εντυπωσιάσει για τις φυσικές του ομορφιές, ήταν η Ζαβέρδα τού νομού Αιτωλοακαρνανίας. 
Στη Χάρτα τής Ελλάδος, που εκδόθηκε με μέριμνα
τού Ρήγα Βελεστινλή, αφού έκανε πρώτα έρευνες
στις βιβλιοθήκες τής δυτικής Ευρώπης, παρατηρούμε,
 ότι η υπό εξέταση περιοχή αναφέρεται ως Παλήρη.
Αναζητώντας να κλείσω ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, για να ξεκινήσω την περιήγησή μου διαπίστωσα, ότι το χωριό αυτό πλέον δεν υπήρχε ή μάλλον υπήρχε, αλλά με διαφορετικό όνομα. Σήμερα, ονομάζεται Πάλαιρος. 
Τελικά, κατάφερα να την επισκεφθώ, για να επαληθεύσω σπιθαμή προς σπιθαμή όλα αυτά τα όμορφα μέρη, που είχα τόσο ζωντανά στο μυαλό μου από τις αφηγήσεις τού παππού μου.
Ο τόπος

H Πάλαιρος, απέχει περίπου δεκαέξι χιλιόμετρα από την πόλη τής Βόνιτσας και βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Νυδρί τής Λευκάδας. Τα σπίτια τού χωριού ακροβολίζονται κατά μήκος ενός κολπίσκου με γαλαζοπράσινα νερά και ο ήλιος συνήθως αργεί να ανατείλει, διότι μεγάλο μέρος τής πορείας του καλύπτεται από τον απόκρημνο όγκο τού όρους Τσιρικάς ή Σερέκας, που ουσιαστικά αποτελεί μια από τις δυτικές απολήξεις των ακαρνανικών ορέων.
Αν αποφασίσει κανείς να περιηγηθεί στο χωριό θα διαπιστώσει, ότι υπάρχουν διάσπαρτοι οικισμοί στον ευρύτερο χώρο αποτελούμενοι από πέτρινα ερειπωμένα και μισογκρεμισμένα σπίτια. Τα αίτια, που έκαναν τους κατοίκους τού χωριού να μετακινούνται από το ένα μέρος στο άλλο, ήταν -ενδεχομένως- πολλά και διάφορα, όπως οι σεισμοί, η πειρατεία ή οι επιταγές τής πολιτικής οικονομίας. 
Τα κυκλώπεια τείχη τής αρχαίας Παλαίρου τυλίγουν έναν κακοτράχαλο λόφο,  που βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα βορειοανατολικά τού σύγχρονου χωριού, κοντά σε μια λίμνη με υφάλμυρο νερό, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Μυρτούνιον, ενώ σήμερα λέγεται Βουλκαριά.
Σε λεύκωμα, που εκδόθηκε από τον Δήμο Παλαίρου, 
διαβάζουμε ορισμένες από τις καταγραφές παλαιών 
ξένων περιηγητών.
Η αρχαία λίμνη Μυρτούνιον ονομάστηκε από 
τους μεσαιωνικής, σλαβικής προέλευσης κατοίκους,
 λίμνη Βούλγαρη ή Βουλγαριά. Σήμερα, ονομάζεται
 Βουλκαριά. Είναι εμφανές, ότι το έτυμό της συμπίπτει 
με το εθνονύμιο των σύγχρονων βουλγάρων, 
το όνομα των οποίων υποδεικνύει επίσης, 
την κάθοδό τους από τον ποταμό Βόλγα.
Με το πέρασμα των χρόνων, η περιοχή αυτή, την οποία οι κάτοικοι αποκαλούν αρχαία Πάλαιρο ή Κεχροπούλα, εγκαταλείφθηκε και σήμερα αποτελεί έναν αξιόλογο αρχαιολογικό χώρο για κάθε φιλέρευνο και φυσιολάτρη επισκέπτη. 
Μεταγενέστερα ίχνη οικισμών συναντούμε στις παρυφές τού Τσιρικά, που βρίσκεται περίπου δέκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά. Η εγκατάσταση κατοίκων σε αυτό το σημείο, δηλαδή πάνω στο βουνό, συνέβη, διότι αφ΄ενός εξυπηρετούσε στην ενασχόληση των κατοίκων με τη γεωργία και την κτηνοτροφία κι αφ΄ετέρου βοηθούσε στην πρόληψη από την πειρατεία. Μετά την καταπολέμηση τής πειρατείας στο Ιόνιο, οι κάτοικοι άρχισαν σταδιακά να κατεβαίνουν από το βουνό και να εγκαθίστανται «παρά θίν΄αλός»  ασχολούμενοι τόσο με το εμπόριο δια θαλάσσης όσο και με την αλιεία. 
Γνωριμία με τους ντόπιους
Πίνοντας μπύρες σ΄ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι με κάποιους φίλους μου, δεχθήκαμε τα πειράγματα μίας παρέας ντόπιων, που είχαν αντιληφθεί, ότι είμαστε γερμανοί. Ένας από τους ομοεθνείς μου, που ήξερε πολύ καλά ελληνικά, φρόντισε να κάνει τον μεταφραστή κι απ΄ότι αντιληφθήκαμε οι έλληνες αυτοί είχαν προβληματιστεί με τα μέτρα, που προωθούσε η καγκελάριος Μέρκελ για την Ελλάδα.
Ασφαλώς, εκείνοι, που προέβησαν σε μία τόσο ρηχή κριτική -εκφράζοντας ενδεχομένως την πλειοψηφία- αγνοούν, ότι η κ. Μέρκελ είναι η πρόεδρος μιας χώρας, που διαθέτει τέτοιους ελεγκτικούς μηχανισμούς, οι οποίοι δεν τής επιτρέπουν να παρεκκλίνει από τη γραμμή τής υπεράσπισης τού γερμανικού δημοσίου συμφέροντος. Αντιθέτως δε, από τις κουβέντες τους εντόπισα, ότι απουσίαζε παντελώς η αυστηρή αυτοκριτική για το δικό τους κράτος, το οποίο έχει εκτεθεί παγκοσμίως αφ΄ενός από τις ενέργειες των πολιτικών κι αφ΄ετέρου από την άρνηση των κατοίκων αυτής τής χώρας να εκσυγχρονιστούν. 
Το φαινόμενο να κτίζουν οι ρωμιοί χριστιανικούς ναούς επάνω σε αρχαιότητες δεν είναι μόνο βυζαντινό, αλλά και σύγχρονο. 
Το παρεκκλήσιο τού προφήτη Ηλία, που βρίσκεται σε λόφο παρακείμενο τής αρχαίας Παλαίρου, είναι κτισμένο στη θέση αρχαίου ιερού τού Διός.
Ανοίξαμε μερικές μπύρες ακόμα, γίναμε μία μεγαλύτερη παρέα αν και λίγο άβολη, λόγω τού ότι είχαμε μόλις ένα μεταφραστή και συνεχίσαμε την κουβέντα. Οι ντόπιοι κατηγορούσαν τη Γερμανία τόσο για τα μέτρα, που στηρίζει σήμερα σε βάρος των χωρών τού ευρωπαϊκού νότου όσο και για τις βαρβαρότητες, που διέπραξε ο ναζιστικός στρατός, όταν εισέβαλε το 1941 (φυσικά δεν τόλμησα να αναφέρω την ιδιότητα τού παππού μου, για να μην οξύνω τα πνεύματα). 
Οι έλληνες συνδαιτυμόνες μας, ζητούσαν αποζημιώσεις για τις σφαγές τού πολέμου και μάς χαρακτήριζαν ως βάρβαρους εισβολείς στη χώρα, που γέννησε την δημοκρατία. Θεωρούσαν επίσης τους εαυτούς τους απ΄ευθείας απογόνους των ελλήνων τής αρχαιότητας και μάς είπαν χαρακτηριστικά, ότι όταν οι πρόγονοί τους έχτιζαν παρθενώνες, οι δικοί μας έτρωγαν βελανίδια.
Οι ισχυρισμοί τους με προβλημάτισαν έντονα. Υπέθεσα, ότι μπορεί να είχαν δίκιο και γι΄αυτό συνέλεξα ορισμένα πολύτιμα στοιχεία με πρόθεση να τα εξερευνήσω και να τα επαληθεύσω εκ νέου, όταν θα επέστρεφα στο Βερολίνο, όπου θα είχα και την απαραίτητη πρόσβαση στην βιβλιοθήκη τού πανεπιστημίου.
Η έρευνα και τα πορίσματά της
Αρχικά, παρατήρησα, ότι στις μεταξύ τους συναναστροφές οι κάτοικοι τής Παλαίρου δεν αυτοαποκαλούνται παλαίριοι, αλλά ζαβερδιανοί, γεγονός, που επιβεβαίωνε και τις διηγήσεις τού μακαρίτη τού παππού μου, ο οποίος είχε γνωρίσει τον τόπο ως Ζαβέρδα κι όχι ως Πάλαιρο. Επίσης, την αρχαία ακρόπολη τής πόλης τους συνηθίζουν να την αποκαλούν περισσότερο Κεχροπούλα, παρά αρχαία Πάλαιρο. 
Διεισδύοντας στα παραπάνω δεδομένα και συνομιλώντας με τους ντόπιους μπορεί κανείς να διαπιστώσει ορισμένα σημαντικά στοιχεία, πάνω στα οποία ενδεχομένως να έχουν «χτιστεί» ορισμένοι μύθοι. Η διασταλτική δυναμική αυτών των γρίφων, που τυλίγουν την ιστορία ενός μόνο μικρού χωριού, είναι ενδεικτική για την αντιποίηση των ιστορικών δεδομένων, που μπορεί να λαμβάνουν χώρα σε πανεθνικό επίπεδο. 
Απαριθμίζοντας τα συμπεράσματα: 
Στο ερώτημα: «γιατί η αρχαία νεκρόπολη τής περιοχής ονομάζεται Κεχροπούλα;», δίνεται από τους ντόπιους συνήθως η απάντηση, ότι ο μυθικός βασιλιάς τής Αθήνας Κέκρωψ, ήταν ο ιδρυτής τής πόλης αυτής, την οποία έδωσε ως προίκα στην κόρη του. Το ανωτέρω φαντασιακό συμπέρασμα, που συνδέει τοιουτοτρόπως το μύθο τού Κέκροπα με την πόλη τής αρχαίας Παλαίρου είναι εντελώς αυθαίρετο. 
Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται από καμμία πηγή η ύπαρξη τής κόρης τού Κέκροπα, η προικοδότησή της με εδάφη, που βρίσκονται στη δυτική Ακαρνανία και -τέλος πάντων- ο ίδιος ο Κέκρωψ ανάγεται ως προσωπικότητα στη σφαίρα τού μύθου, οπότε η οποιαδήποτε σύνδεσή του με την ιστορία είναι -εκ των προτέρων- ανυπόστατη.
Μια περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση τού θέματος θα ξεδιπλωθεί μπροστά μας αν μελετήσουμε τον κατάλογο των πόλεων, που αποτελούσαν τις διοικητικές περιφέρειες στην οθωμανική αυτοκρατορία. Όπως μνημονεύει ο Σπ. Αραβαντινός στο έργο του «Αλή Πασάς», η περιοχή τής Ακαρνανίας μοιράζεται σε διάφορες περιφέρειες-τσιφλίκια. 
Στον αναλυτικό κατάλογο, που παραθέτει ο ιστορικός, διαπιστώνουμε, ότι το τσιφλίκι τής Βόνιτζας Ακαρνανίας  αποτελούνταν από χωριά, ορισμένα εκ των οποίων -όλως περιέργως- έχουν σλαβική ή βλάχικη προέλευση και ετυμολογία:
Βόνιτσα 
Η ονομασία τής Βόνιτσας, την οποία πολλές φορές την συναντάμε και ως Βόνδιτζα, προέρχεται από τη σλαβική λέξη «Βόνδιτσα», που σημαίνει «τρεχούμενα νερά». Συνδέεται με τη σλαβική λέξη "βόντα" (= νερό - τόπος με πολλά νερά), ενώ το υποκοριστικό τού βόντα στα ρώσικα είναι βότκα, απ’ όπου και το δημοφιλές αλκοολούχο ποτό, το οποίο οι σλάβοι είθισται να καταναλώνουν δηλαδή, «σα νεράκι». Τη λέξη συνοδεύει και η  υποκοριστική σλαβική κατάληξη -ίτσα, που συνάπτεται συνήθως σε ονόματα προσηγορικά, όπως Γορίτσα, Λεσνίτσα κ.λπ., δηλαδή βουναλάκι, μικρό δάσος ή μικρή νεροτροβιά. Σήμερα η Βόνιτσα έχει μετονομαστεί σε Δήμο Ανακτορίου, αλλά οι κάτοικοι μεταξύ τους εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται «βονιτσάνοι» κι όχι «ανακτόριοι».
Μια άλλη εκδοχή αναφέρει, ότι το τοπωνύμιο Βόνιτσα μπορεί να προέρχεται και από τη βουλγαρική λέξη, που σημαίνει αγκίστρι. 
Επί εποχής Αλή Πασά διατηρούνταν όλα τα τουρκο-βλαχο-αρβανιτο-σλαβο-ρωμέικα τοπωνύμια τής περιοχής. [Από το βιβλίο τού Σπ. Π. Αραβαντινού: «Ιστορία τού Αλή Πασά τού Τεπελενλή» (έκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 2004), κεφ. Τα τσιφλίκια τού Αλή Πασά και των υιών αυτού.]

Χελοβίβαρο
Το όνομα προέρχεται από τη σύνθεσης τής λέξης «χέλι» και τής λατινο-βλάχικης «vivarium», κοινής ονομασίας τού ιχθυοτροφείου. 
Μακριρόγκι  
Από τη σύνθεση τού προθέματος «μακρύ», με το λατινικό/βλάχικο rogus-i, που σημαίνει «η φωτιά / η πυρά». Δηλαδή, πρόκειται για την προετοιμασία χωραφιού προς νέα σπορά βάζοντας φωτιά στα καλάμια και στ΄αγριόχορτα.
Κονιδάρι 
Τοποθεσία με στάνες βουκόλων λίγο έξω από τη Ζαβέρδα, που σήμερα δεν κατοικείται. Από το con-idium τής ινδογερμανικής ρίζας knid, που θα πεί ψείρα. Προφανώς, λόγω τής κτηνοτροφίας στο εν λόγω χωριό υπήρχαν πολλές ψείρες και άλλα έντομα.
Παλίμπεη
Στην ίδια επίσης περιφέρεια υπάρχει και το χωριό Δρυμός, που μέχρι και λίγα χρόνια πρίν καλούνταν Παλίμπι ή Παλίμπεη. Η ετυμολογία αυτών των τουρκικών λέξεων παρουσιάζει δύο εκδοχές: 
α. Μπορεί το χωριό να ονομάστηκε έτσι προς τιμήν κάποιου προύχοντα τούρκου ονόματιBali Bey ή ακόμα και αυτού τού Malkoçoğlu Bali Bey, γιού τού Hamza, ο οποίος ήταν οθωμανός ευγενής μεγάλου οίκου αξιωματικών, φημισμένος για τη δεινότητά του στην ιππασία και στην έφιππη τοξοβολία. 
β. Ενδέχεται να πρόκειται για σύνθεση των τουρκικών λέξεων Vali-bey, που στην κυριολεξία θα πεί «ο κύριος νομάρχης» (βαλής= νομάρχης και μπέης= κύριος). Με άλλα λόγια, σε αυτό το χωριό μπορεί να ζούσε κάποιος επίσημος οθωμανός αξιωματούχος. 
Αρχικά, παρατηρούμε, ότι στον κατάλογο η πόλη τής Παλαίρου αναφέρεται ως Ζαβέρδα. Επίσης βλέπουμε, ότι ο σημερινός αρχαιολογικός χώρος τής αρχαίας Παλαίρου (Κεκροπούλας), που σήμερα δεν κατοικείται, αφ΄ενός περιλαμβάνεται στον κατάλογο των υπό φορολόγηση περιφερειών ως ξεχωριστή πόλη, γεγονός, που μάς επιτρέπει να συμπεράνουμε ασφαλώς, ότι αποτελούσε κατοικήσιμη περιοχή κι αφ΄ετέρου, ότι αποκαλείται Κεχριπούλα κι όχι Κεκροπούλα.
Γίνεται λοιπόν αμέσως αντιληπτό, ότι η περιοχή ονομάστηκε έτσι πιθανόν επί τουρκοκρατίας κι όχι επειδή συνδέεται φαντασιακά με το μυθικό βασιλιά Κέκροπα, αλλά επειδή -ενδεχομένως- να ευδοκιμούσε στην χλωρίδα τής περιοχής το κεχρί. 
Υπάρχει και μία άλλη  εκδοχή , που θέλει το συνθετικό -πούλα να προήλθε από τη σύντμηση τής λέξης πουλιά, δηλωνότι «Κεχροπούλια» είχε ονομαστεί από την παραφθορά των λέξεων «κροάζω» και «πουλιά». Μάλλον, λόγω τής παρακείμενης λίμνης,  που αποτελεί ένα σπάνιο υδροβιότοπο και συγκεντρώνει χιλιάδες αποδημητικά πτηνά, η περιοχή μπορεί  στο παρελθόν να είχε αποκληθεί «κεχρι-πούλια», δηλαδή τα «πουλιά που κροάζουν».
Δυσεπίλυτο μυστήριο αποτελεί επίσης τόσο για τους ντόπιους όσο και για τους ξένους επισκέπτες το γεγονός, ότι η πόλη αυτή, καίτοι ως σύγχρονος δήμος φέρει το όνομα Πάλαιρος, εν τούτοις είναι περισσότερο γνωστή ως Ζαβέρδα, όνομα μάλιστα, που προτιμούν να χρησιμοποιούν οι ντόπιοι για τον αυτοπροσδιορισμό τους ως ζαβερδιανοί. Καμμιά απολύτως ιστορική πηγή δεν δίνει πληροφορίες, για το πώς προήλθε η ονομασία αυτή. 
Στον εικονιζόμενο γερμανικό χάρτη τού 1905, που χρησιμοποιούσε ο αρχιτέκτονας - αρχαιολόγος Wilhelm Dörpfeld, όταν προσπαθούσε να εντοπίσει την ομηρική Ιθάκη, φαίνεται, ότι δεν ταυτιζόταν η Ζαβέρδα με την Πάλαιρο.
Κάτω κύκλος: Ζαβέρδα και Κόλπος Ζαβέρδας.
Μεσαίος κύκλος: Πάλαιρος και Κεχροπούλα (μόλις διακρίνεται). 
Επάνω κύκλος: Μυρτούνιον - Λίμνη Βουλκαριά.
Ενδεικτικός είναι ο χάρτης τού συμπατριώτη μου αρχιτέκτονα - αρχαιολόγου, Wilhelm Dörpfeld, ο οποίος πραγματοποιώντας ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή τής δυτικής Στερεάς Ελλάδος, θέλησε να λύσει το γρίφο τής ομηρικής Ιθάκης συνδέοντάς την με τη Λευκάδα. Στο χάρτη αυτό εμφανίζεται το όνομα «Bucht von Saverda», γεγονός, που μάς επιτρέπει να συμπεράνουμε την ευρεία χρήση τού ονόματος Ζαβέρδα μέχρι και τα πολύ πρόσφατα χρόνια.
                        Η πράσινη πλαγιά 
Ζα-βέρδα (Za-verde).

Από πού προήλθε όμως το όνομα Ζαβέρδα; Πρόκειται για σύνθεση τού σλαβικού προθέματος za (εξ ου και Za-greb , Ζα-γόρι αλλά και Πρέβε-ζα), που θα πει «πίσω από» ή «στα πλάγια» και τού βλάχικου -βέρδα-, που προφανέστατα προέρχεται από το λατινικό verde, το οποίο σημαίνει πράσινο ή κήπος. Με άλλα λόγια, η λέξη Ζαβέρδα είναι σλαβο-βλάχικη και ενδεχομένως να σημαίνει αυτό, που πραγματικά φαίνεται ότι είναι το σημερινό χωριό, δηλαδή «η πράσινη πλαγιά» ή τέλος πάντων κάτι παρεμφερές, που σίγουρα θα υιοθετήθηκε από κτηνοτρόφους τού μεσαίωνα, προκειμένου να οδηγούν τα κοπάδια τους σε τόπο κατάλληλο για βοσκή. 
Za-verde, η πράσινη πλαγιά, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία. 
Η σύγχρονη Ζαβέρδα-Πάλαιρος δεν βρίσκεται πλέον στην πλαγιά, αλλά δίπλα στη θάλασσα, σε μια ιδανική για διακοπές τοποθεσία.
Δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει η εναλλαγή των τελικών φωνηέντων τής λέξης verde κατά τη μεταφορά της στα ελληνικά ως verda, γιατί κάτι τέτοιο συνέβαινε με την παράφραση πολλών λέξεων, που γίνονταν «ελληνικές». Έτσι για παράδειγμα, το πεδινό τμήμα τής πόλης τής Λευκάδας, που αποτελεί ένα κατάφυτο ελαιώνα, καλούταν από τους ενετούς Verde, δηλαδή ο κήπος, ενώ οι λευκαδίτες είθισται μέχρι σήμερα να ονομάζουν την περιοχή αυτή Βαρδάνια, όπου και τα δύο λατινικά -e- βλέπουμε να μετατρέπονται σε -α- κατά τη μεταφορά τους στα ρωμέικα. 
Ενδεικτικό στοιχείο, που ενισχύει τον ισχυρισμό τής σλάβικης προέλευσης τού ονόματος Ζαβέρδα είναι, ότι το ακριβώς  διπλανό χωριό, που κατοικείται από κτηνοτρόφους ονομάζεται Σκλάβαινα, δηλαδή τόπος αποικισμένος από σλάβους [slovene (sclaveni, σκλαβηνοί)].
Ένας αντίλογος στα όσα υποστηρίζουμε σχετικά με την προέλευση του ετύμου -za δίδεται από μία άλλη αξιόλογη ιστορική πηγή. Ο ιατροφιλόσοφος Ιάκωβος Θωμόπουλος στα «Πελασγικά», θέλoντας  να αναιρέσει τον ισχυρισμό του αλβανού επισκόπου Πέτρου Βόγδανου (17ος αι.), που θεωρούσε  τα αλβανικά ως γλώσσα σλαβογενή (lingua schiava), εκφράζει την πεποίθηση -παραπέμποντας στις μελέτες τού Ησυχίου (βλ. Γλώσσαι Κρητικαί)- ότι το πρόθεμα –za σημαίνει «λίαν», συνδυαζόμενο δε με την λέξη -γώρος, -ίωρος (=γώρος, δηλαδή το ορεινό χωριό) δημιουργεί την σύνθεση Ζαγώρι. Εξ ου και «γο-ρι»=πέτρα, βράχος, Γύρας (όρος στην Τήνο), Γόρτυς, Γορτυνία κ.τλ..
Βέβαια, στο παράδειγμα τού Θωμόπουλου παρατηρούμε, ότι γίνεται συνδυασμός  πελασγικών θεμάτων, που παραπέμπουν σε μία λογική συνέχεια τους συνειρμούς του. Αντιθέτως, στην υπό εξέταση Ζa-verda, η λέξη που ακολουθεί είναι εξόφθαλμα λατινογενής, δηλαδή, ανήκει στο βλάχικο ιδίωμα και ως εκ τούτου πιο πιθανό να συνδυάζονται τα σλάβικά με τα βλάχικα, ως διάλεκτοι σύγχρονης εποχής (μεσαίωνας), παρά ένα πελασγικό πρόθεμα να συνοδεύεται από μία λατινική λέξη, καθ’ όσον δεν υφίσταται χωροχρονική αλληλουχία πελασγικών και λατινικών. 
Και αν ακόμα δεχθούμε τέλος πάντων, ότι οι σλάβοι υιοθέτησαν διάφορες πελασγικές λέξεις, τις οποίες προσάρμοσαν στα δικά τους γλωσσικά ιδιώματα  κατά την σταδιακή κάθοδό τους στα Βαλκάνια και την ανάμιξή τους με ντόπιους πληθυσμούς, αυτό δεν άρει τον ισχυρισμό, ότι αυτές οι λέξεις προήλθαν από σλάβους και βλάχους και όχι από κάποιους διαχρονικά αμιγείς κι αναλλοίωτους δήθεν απ΄ευθείας συνεχιστές των πελασγικών φυλών.
Στην περιοχή «ποταμάκι», το μικρό τουρκικό γεφύρι στην ξερή του κοίτη, πιθανόν να χτίστηκε την εποχή τού Βαγιαζήτ Β’ (15ος αι.), οπότε χρηματοδοτήθηκαν πολλά δημόσια έργα στη δυτική Ελλάδα ή μεταξύ 16ου -17ου αι., εποχή, μεγάλων έργων γεφυροποιίας στην Ήπειρο.
Οι σύγχρονοι κάτοικοι το ονομάζουν αυθαίρετα ως «γεφύρι τής Κλεοπάτρας», επειδή από το σημείο αυτό φέρεται να πέρασε ο στόλος της, για να συμμετάσχει στη ναυμαχία τού Ακτίου.
Η πραγματικότητα είναι, ότι το γεφύρι αυτό αποτελεί ένα κομψοτέχνημα τής οθωμανικής γεφυροποιίας, και καμμία σχέση δεν έχει με την εποχή τής σύγκρουσης των ρωμαϊκών στόλων στο Άκτιο.
Το πώς βρέθηκαν οι σκλαβηνοί (δηλαδή οι σλάβοι) στην Στερεά Ελλάδα, μάς το εξηγεί ο ιστοριοδίφης Κ. Σάθας στο επίτομο έργο του «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς». Εξηγεί λοιπόν ο ιστορικός, ότι οι σλάβοι ήρθαν στη Στερεά Ελλάδα -όχι από το βορρά, αλλά- από το νότο, δηλαδή από την Πελοπόννησο! (Σ.σ.: Για την πρώτη κάθοδο των σλάβων στον ελλαδικό χώρο διαβάστε στο άρθρο τής «Ελεύθερης Έρευνας»: “Εσλαυώθη πάσα η χώρα...”).
Συγκεκριμένα, ανάμεσα στα έτη 1689-94, τα τουρκικά στρατεύματα υπό το στρατηγό Χαλίλ κατατροπώνουν στην Πελοπόνησσο τον ενετικό στρατό σε  όλες σχεδόν τις οχυρωμένες θέσεις του. Αντίθετα, απέναντι στην Στερεά Ελλάδα, συμμορίες αρματολών αποδεκατίζουν κι εκδιώκουν τους τούρκους από παντού. 
Κατόπιν, χριστιανικά στρατεύματα τής Πελοποννήσου με ενετικές σημαίες, λιποτάκτησαν από την Πελοπόννησο μαζί με τους από αιώνων ήδη εγκατεστημένους σκλαβούνους μεταβαίνοντας απέναντι στη Στερεά, προκειμένου να εκμεταλλευτούν το υπάρχον κενό εξουσίας, που είχε δημιουργηθεί και να επωφεληθούν από την λαφυραγώγηση. («Μετ’ ολίγον πολλοί των εις Πελοπόνησσον υπό τας ενετικάς σημαίας υπηρετούντων ρουμελιωτών ήρχισαν να λειποτακτώσι μετά των ομοθρήσκων σκλαβούνων». «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», Κ. Σάθα, σελ. 405. Αξίζει να παρατηρήσουμε, ότι ο ιστορικός σ’ αυτό το χωρίο μιλάει για ρουμελιώτες και ομόθρησκους σκλαβούνους. Η λεπτομέρεια είναι σαφής, μιλά για ομόθρησκους κι όχι ομόεθνους)
Επειδή ο Jakob Philipp Fallmerayer (1790-1861), ένας από 
αυτούς, που έγραψαν για τους εκτεταμένους σλάβικους 
εποικισμούς στον ελλαδικό χώρο, ήταν άκρως επικίνδυνος
 για τις εθνοποιητικές διαδικασίες επί των διαφόρων 
λαών τού ελλαδικού χώρου και τη δημιουργία τού 
νεορωμέικου κρατιδίου, οι εργασίες του στοχοποιήθηκαν
 από το ρωμέικο εθνικισμό και διάφοροι ρωμιοχριστιανοί 
θεωρητικοί τούς επιτέθηκαν μετά μανίας επιχειρώντας 
να ξορκίσουν το σλάβικο παρελθόν τους. 


Οι κατακτητές  εγκαταστάθηκαν ή επέστρεψαν στα μέρη απ’ όπου προήλθαν;
Ιστορικές πηγές μάς βεβαιώνουν για την κάθοδο των σλάβων και των βουλγάρων στα εδάφη τής σύγχρονης Ελλάδας και είναι αυταπόδεικτο, ότι ορισμένες φυλές εξ αυτών παρέμεναν στον τόπο, που αποικούσαν, ενώ κάποιες άλλες ακολουθούσαν διαφορετικούς δρόμους. Έτσι για παράδειγμα, οι βλάχικες φάρες, που ακολουθούσαν ένα καθαρά νομαδικό τρόπο ζωής, μετανάστευαν από πλαγιές σε κορυφογραμμές με τα κοπάδια τους ανάλογα με τις κλιματικές και τις εμπορικές συνθήκες τής κάθε εποχής, γι’ αυτό τους συναντούμε διάσπαρτους πάνω στους ορεινούς όγκους όλης τής βαλκανικής χερσονήσου. (βλ. Conquering Balkan Orthodox Merchant, Journal of Economic History, Train Stoianovich, 1960)
Η πολιτική τής αυτοκρατορίας τής Νέας Ρώμης στάθηκε κατά καιρούς καταλυτική για την κάθοδο των σλάβων στα Βαλκάνια. Οι σύχρονοι εκκλησιαστικοί ταγοί, εξακολουθούν να προτιμούν την χρήση της  παραδοσιακής σλαβοβλάχικης ονομασίας τής περιοχής, παρά την πρόσφατη -αυθαίρετη- μετονομασία της από το νεορωμέικο κράτος.

Αντίθετα, οι σλάβοι, που ασχολούνταν τόσο με την κτηνοτροφία (κυρίως χοίρων) όσο και με την γεωργία αναζητούσαν μια περισσότερο μόνιμη εγκατάσταση, η οποία θα τους επέτρεπε την αποκομιδή σοδειάς από την καλλιέργεια τής γης. 
Ενδεικτικά προς τούτο είναι τα σλαβικής προέλευσης τοπωνύμια ορισμένων σύγχρονων χωριών, που αποκαλύπτουν την εγκατάσταση σλάβων, την ενασχόλησή τους με τη γεωργία και κατ’ επέκταση πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης, όπως το χωριό Τοπόριστα στην Ηλία (σλαβ. Toporiste = μέρος εκχερσωμένο με τσεκούρι), Ζιγοβίστι (σλαβ. Zegoviste = μέρος ξεχερσωμένο διά πυρός), Αγορελίτσα (σλαβ. Gorelica, από το ρήμα goreti, που θα πεί «καίω»), αλλά και η Καρδίτσα φαίνεται να έχει το ίδιο έτυμο με την πόλη Graz τής Αυστρίας, το οποίο ανάγεται στο σλαβικό ουσιαστικό Gradici, υποκοριστικό τού gordu, που θα πει «οχυρωμένο μέρος» κ.λπ.. Όλα τα ανωτέρω τοπωνύμια  είναι χαρακτηριστικά και δείχνουν σαφώς την απασχόληση των σλάβων με την γεωργία και την πρόθεσή τους για  μόνιμη εγκατάσταση.
                Πάλαιρος, η Ζαβέρδα. 
Η Τουρκορωμιοσύνη επιχειρεί να διαγράψει το σλαβο-αλβανο-βλαχο-τουρκο κ.λπ. παρελθόν της μετονομάζοντας χιλιάδες τοπωνύμια σε όλη τη χώρα. (Φ.Ε.Κ. 81, 14 Μαϊου 1928, «Περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών»).
Επίσης, η εγκατάσταση των σλάβων και η μονομερής σχεδόν ενασχόλησή τους με τη γεωργία κατά τη διάρκεια του Βυζαντινού μεσαίωνα, φαίνεται και από τις σλάβικες λέξεις, που επιβιώνουν ακόμα ως τις μέρες μας. Μια από τις χαρακτηριστικότερες σλαβικές λέξεις γεωργικής ορολογίας είναι η «σβάρνα» (σλαβ. borona ή brana), που χαρακτηρίζει το εργαλείο, με το οποίο έσπαγαν τις πέτρες τής οργωμένης γής. Ενδεικτικό στοιχείο τής σύνδεσης τής κίνησης των λέξεων με την ανάλογη μετακίνηση πληθυσμών είναι το γεγονός, ότι την λέξη «σβάρνα» δεν την συναντούμε στη νησιωτική Ελλάδα, όπου δεν εγκαταστάθηκαν σλάβοι. (βλ. Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα, εκδ. Βάνιας 1988)
[Σ.σ.: Άλλες συνηθισμένες σλάβικης προέλευσης λέξεις είναι η βίτσα, ο μπουχός(=σκόνη), ο ντόμπρος (=ειλικρινής), το ρούχο, ο σανός, η τσαντήλα (=αραχνοΰφαντο ύφασμα για το στράγγισμα τού τυριού), η butsa (=εξόγκωμα, προεξοχή) κ.ά.. 
Αξίζει πάντως να επισημάνουμε, ότι τα εθνωνύμια σέρβοι (srbi) και κροάτες (chrvati) δεν έχουν σλαβικό έτυμο, αλλά ιρανικό, γεγονός, που αποτελεί, ένδειξη για την ανατολική προέλευση των φυλών αυτών.
 
Σλάβοι: 
Ένα συνοθύλευμα διάφορων λαών.
Η περίεργη αυτή ιστορία ενός μικρού χωριού της δυτικής Αιτωλοακαρνανίας είναι μια από τις χιλιάδες ιστορίες πολλών μικρών χωριών ή και μεγάλων πόλεων, που πλημμυρίζουν με τους πληθυσμούς τους όλα τα Βαλκάνια. Τα σύγχρονα εθνικά κράτη στηρίζουν την ύπαρξή τους στη δημιουργία και στη συντήρηση «εθνικών» μύθων, που πηγάζουν από αυθαίρετα συμπεράσματα και κίβδηλα ιστορικά επιχειρήματα. Οι ανήθικες αυτές πολιτικές παρεμβάσεις που εξελληνίζουν, εκτουρκίζουν ή εξαλβανίζουν -ανάλογα με τη χώρα- ενδεικτικά τοπωνύμια και χαρακτηριστικά επίθετα ανθρώπων, εντάσσονται στο πλαίσιο των ευρύτερων σκοπιμοτήτων, γνωστών ήδη από την εποχή τού Μακιαβέλι, που έχει κάθε ηγεμόνας στο μυαλό του, ώστε να διαιρεί επιτυχώς και να βασιλεύει…
Κανένας λαός στις μέρες μας δεν είναι φυλετικά καθαρός. 
Δυσκολεύτηκαν πολύ να αποκτήσουν ενιαία γλώσσα στη
 Χώρα τού Θεού. Σε λατινικά χειρόγραφα τού 6ου και 7ου
 αιώνα μ.Χ., ο όρος Deutsch (deus = θεός) αναφέρεται 
ως theotisca ή teutisca. Αιώνες αργότερα, ο όρος έγινε
 αποδεκτός ως εθνικό όνομα των τευτόνων, ενώ προστέθηκε
 σε αυτόν και το συνθετικό land (γη, τόπος) σχηματίζοντας
 τον όρο Deutschland. 
Τα σύγχρονα γερμανικά είναι μια κατασκευασμένη γλώσσα,
 μια «καθαρεύουσα», που προέκυψε τόσο από τις 
ανάγκες τής διοίκησης όσο κι από την επιθυμία ποιητών, 
επιστημόνων κ.λπ., να μπορούν να επικοινωνούν. 
Επιβλήθηκαν ως επίσημη γλώσσα σε πολλούς και διάφορους
 λαούς, οι οποίοι σήμερα αποτελούν το γερμανικό έθνος.
Στοχασμοί και συνειρμοί
Μετά από αυτή την ολιγοήμερη έρευνα που έκανα, έβγαλα κάποια συμπεράσματα, που θα ήθελα να τα συζητήσω με την παρέα εκείνων των ντόπιων, που έλαχε εκείνο το όμορφο καλοκαιρινό βράδυ να πίνουμε μπύρες και να ανταλλάσσουμε απόψεις. 
Μπορώ πλέον εύκολα να συμπεράνω, ότι ο παππούς μου εισέβαλε στην Ελλάδα πολεμώντας εναντίον ντόπιων πληθυσμών, που όμως με την σειρά τους αποτελούσαν -ήδη πρίν από αυτόν- απογόνους προηγούμενων εισβολέων.
Αν μάλιστα ακολουθήσουμε την ίδια νεοελληνική τακτική, να αναγάγουμε δηλαδή με αυθαίρετες ερμηνείες τα πάντα στην κλασική αρχαιότητα, μπορώ να θεωρήσω και τον εαυτό μου έλληνα λόγω τού ότι αφ΄ενός το όνομά μου Otto έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελλάδα (από τον ομηρικό ήρωα Ώτο, βλ. E΄385 και Ο΄518) κι αφ’ ετέρου το επώνυμό μουSteffensen συντίθεται απ’ το ελληνικότατο όνομα Στέφανος με γερμανική κατάληξη.
Και αν τέλος μπούμε στην διαδικασία σύγκρισης τού δικού μου ονόματος- το οποίο κληρονόμησα από τον παππού μου «τιμής ένεκεν»- με τα ονόματα των περισσότερων σύγχρονων ελλήνων, που είναι εβραιορωμαιοχριστιανικά και τουρκοσλαβοαρβανιτοβλάχικα, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι -μάλλον όλοι- είμαστε απόγονοι κατακτητών και προφανώς… ξένοι στον τόπο μας...
Steffensen Otto
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : ΚΟΥΤΙΒΗΣ Δ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ