Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Που να ήξερε ο Μήτσος Βλάχος που τον δολοφόνησαν σαν σήμερα 8 Σεπτεμβρίου 1962 στο συλλαλητήριο για το καπνικό, πως τα καπνά θα απαγορευτούν από την περιοχή μας και όποιος έχει συλλαμβάνεται. Αφιέρωμα στον Ήρωα της Αγροτιάς

Μήτσος Βλάχος ο ήρωας της αγροτιάς…

Τρία πουλάκια κάθονται, στου Πεταλά τη ράχη,
Τόνα κοιτάει το Μαχαλά, τα’άλλο κατά το Ρίβιο,
το τρίτο το καλύτερο, τη Λεπενού τη δόλια.
Τόνα το λέει σαν πέρδικα, σα χελιδόνα τα’ άλλο,
Το τρίτο το πικρότερο, σα λαβωμένη μάννα,
Που της επήρε τον υγιό φαρμακωμένο βόλι.
Κι όλο ξεσκλάει τα ρούχα της κι όλο τροχάει τα νύχια
Κι όλο βουρλιέται και βογκάει, σκούζει και καταριέται
«Πανάθεμά σας έμποροι και τρις ανάθεμα σας,
που βάλατε τους αδερφούς, αδέρφια να σκοτώνουν
για να μας πάρτε το καπνό, το γαίμα της καρδιάς μας
………………………………………………………..
Μα ετούτοι, δεν κιοτέβουνε, το δίκιο τους το παίρνουν,
Στήνοντας φλάμπουρο τρανό κι αιώνια τιμημένο
Του Μήτσου Βλάχου το κορμί, σκιάχτρο μαζί κι ελπίδα
Πάνω απ’ του Βάλτου τα χωριά κι όλο το Ξηρόμερο
Ν’ αναθυμιέται η αγροτιά, πως το ψωμί κερδιέται

Η δολοφονία του Μήτσου Βλάχου
Παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας με έξι παιδιά ήταν ο Δημήτρης Βλάχος. Ο αδελφός του Πάνος, καθώς ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του μας αφηγείται: «Ήμασταν εξ αδέρφια, τέσσερα παιδιά και δυο κορίτσα, εξ. Και μεγαλώσαμε τώρα κι οι δικοί μας φτώχεια είχανε. Ξεκινήσανε από πρόβατα φύλαε ο πατέρας μ’, κουντά ας πούμε, σαν έγιναν, εμείς τα μ’κρά παιδιά ας πούμε, τα μούτζωξε πρόβατα, τα πουλ’σε, πώς το λένε, ας πούμε, δε μπόργε να ανταπεξέλθ’. Κοντά στο τέλος, ασχολήθ’καμε με αγροτική δλειά ας πούμε, με καπνά. Κι καπνά τότε, σεμπρ’ πηγαίναμε, σεμπρ, στον έναν, στον άλλονε, δεξιά, αριστερά, ας πούμε, δε μπόρ’σαμε ας πούμε να ανταπεξέλθουμε, ήμασταν οικογένεια μεγάλη, οχτώ νομάτ’, πώς να ζήσεις; Τέλος πάντων, μεγαλώσαμε σιγά-σιγά, πήγε φαντάρος ο αδερφός μ’. Ε, πήε φαντάρος, γύρσε από φαντάρος, δεν είχε κάνα δυο μην’ς, τρεις πούχε γυρίσ’ από φαντάρος, που απολύθκε» τότε που έγινε το συλλαλητήριο.
Αλλά ας δούμε για ποιους λόγους οι καπνοπαραγωγοί της Ακαρνανίας οδηγήθηκαν σ’αυτή την εκδήλωση διαμαρτυρίας, η οποία βάφτηκε με το αίμα του Μήτσου Βλάχου (Μήτσο τον λένε οι δικοί του και οι χωριανοί του.) Το 1961 παρατηρήθηκε αύξηση των διεθνών τιμών του καπνού, επειδή τα καπνά της Ευρώπης καταστράφηκαν από τον περονόσπορο, ενώ η κατανάλωση του σιγαρέτου συνεχώς αυξανόταν. Τα καπνά της παραγωγής του 1960 πωλήθηκαν το 1961, χωρίς να κατορθώσουν να επωφεληθούν οι καπνοπαραγωγοί, ακαθοδήγητοι καθώς ήταν.
Οι καπνέμποροι κι οι καπνοβιομήχανοι, χωρίς καθυστέρηση πήραν τα καπνά από τους παραγωγούς, χωρίς να καταλάβουν εκείνοι τι ακριβώς συμβαίνει. Έτσι ήρθε το 1962 και η παραγωγή του ’61 ήταν ακόμα στα χέρια των καπνοπαραγωγών, με νέες καταστροφές και με μεγαλύτερη ζήτηση καπνών από το εξωτερικό και με μεγαλύτερη αύξηση των διεθνών τιμών. Παρόλα αυτά όμως οι Έλληνες καπνέμποροι και καπνοβιομήχανοι, δε δέχτηκαν να δώσουν καμία αύξηση. Οι παραγωγοί, όπως ήταν φυσικό, δεν υπέκυψαν και έτσι η πώληση των καπνών καθυστερούσε… Τον Ιούλιο του 1962, η Κυβέρνηση αύξησε τα τιμές των σιγαρέτων κατά 250 εκατομμύρια δραχμές, εκ των οποίων τα 30 εκατομμύρια επρόκειτο να δοθούν στους καπνοπαραγωγούς. Πέρασε όμως ο Αύγουστος, έφτασε ο Σεπτέμβρης και η αγορά των καπνών δεν προχωρούσε.
Οι παραγωγοί δεν ήταν δυνατόν να περιμένουν περισσότερο. Καλλιέργησαν τη νέα σοδειά του 1962 και έτσι βρέθηκαν με δύο σοδειές στα χέρια τους. Τη σοδειά του ’61 και του ’62. Πιέζονταν πολύ από τα χρέη τους προς την Αγροτική Τράπεζα και προς τους ιδιώτες, δεν είχαν αποθηκευτικούς χώρους για τα καπνά δύο σοδειών και είχαν φθάσει σε απόγνωση…
Οι καπνέμποροι και καπνοβιομήχανοι, γνωρίζοντας ότι ο χρόνος κυλάει σε βάρος των παραγωγών, περίμεναν την κατάλληλη ώρα για να επωφεληθούν. Έτσι οι καπνοπαραγωγοί οδηγήθηκαν στη διαμαρτυρία το Σεπτέμβρη του 1962. ήταν ένας κοινός αγώνας για την επιβίωσή τους.
Πρωί πρωί λοιπόν, την 8η Σεπτεμβρίου, ημέρα Σάββατο, οι άνδρες και τα γυναικόπαιδα μαζί κατέλαβαν την Εθνική οδό Αμφιλοχίας-Αγρινίου σε δύο σημεία: Το πρώτο και κύριο σημείο ήταν η τοποθεσία «Σαμάρι» κοντά στο χωριό Στάνου και το δεύτερο, η γέφυρα της Σφήνας. Έτσι διακόπηκε η συγκοινωνία από Αθήνα προς Γιάννενα και αντιστρόφως. Τα αυτοκίνητα είχαν ακινητοποιηθεί από τη μεγάλη συγκέντρωση των αγροτών.
Η εκδήλωση αυτή είχε προγραμματιστεί να λήξει στις 5.00 μ.μ. την ίδια μέρα.
Αίτημα των παραγωγών ήταν η δίκαιη αμοιβή του προϊόντος του μόχθου τους, τη στιγμή που η κατάσταση γι’αυτό ήταν ευνοϊκή, για τους λόγους που εκθέσαμε παραπάνω.
Μεγάλη δύναμη της χωροφυλακής είχε συγκεντρωθεί στο χώρο της διαδήλωσης των αγροτών. Κατά το μεσημέρι κάλεσαν τους αγρότες να διαλυθούν, αν δεν ικανοποιηθούν τα δίκαια αιτήματά τους και τονίζουν ότι θα παλέψουν για τη δικαίωση τους. Δεν αντέχουν πια άλλη εκμετάλλευση των καπνών τους, που είναι ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα…
Στην άρνηση των παραγωγών οι χωροφύλακες, κατόπιν εντολής φυσικά, απαντούν με δακρυγόνα και καπνογόνα…Συγχρόνως επιτίθονται με κλομπς…Οι καπνάδες αμύνονται με μπλάνες και πέτρες…Τότε δόθηκε η διαταγή «πυρ!» και ρίχτηκαν πυροβολισμοί στον αέρα. Γίνεται χαμός εκεί στη γέφυρα της Σφήνας, το νέο Κιλελέρ της αγροτιάς!
«Στο τέλος ας πούμε, π’ πιάσκαμε εκεί και φαλτσάρ’σαμε με τς αστυνομικούς, έβαλαν τότε δακτυγόνα, τ’φέκια, Χριστούγεννα, διαόλ’ς, τριβόλ’σ, εκεί, καλά….γιόμσε ο κάμπος εκεί, ούλους ο κάμπους, ήταν ούλους ο κάμπος!!! Δακρυγόνα κι τ’φέκια, τ’φέκαγανε οι αστυνομικοί! Στο τέλος ας πούμε, σ’μάδεψανε το μακαρίτ’ τον αδερφό μ’ και τονε σκότωσανε εκεί στ’γέφυρα τονε σκότωσαν τότε…»
«Δεν είχαμε όπλα, τίποτα εμείς, δεν είχαμε όπλα, όχι, όχι! Δεν είχαμε τέτοιο σκοπό για να χτυπήσουμε εμείς, ας πούμε. Εμείς, έλεγαμε εκεί, ναρθ’νε οι Υπουργοί ας πούμε, να μας δώσ’νε τίποτα και να σκωθούμε να φύβγουμε. Τελικά δε μασόδωκανε τίποτα εκεί. Κοντά μόλις έγινε το περιστατικό αυτό ας πούμε, τότε μασόδωκανε αύξηση…Αλλά ήταν να γένει το γεγονός. Κι νε πάτσαμε!...Νε πλιέρωσαμε εμείς τότε, οι φουκαράδες!!!»
Περίπου 80μέτρα δεξιά από τη γέφυρα πέφτει νεκρός ο Δημήτρος Κ. Βλάχος, από τη Λεπενού, στα 24 του χρόνια. Η σφαίρα βρήκε το παλληκάρι στο κεφάλι. Αυτόπτες μάρτυρες είπαν τότε ότι είδαν χωροφύλακα να γονατίζει, να σημαδεύει και να πυροβολεί…
Κι ύστερα άρχισε η διάλυση των άοπλων καπνοπαραγωγών…Αρκετή ώρα μετά, χτυπήθηκε θανάσιμα και ένα παιδί, ο Ευστάθιος Σταύρου Μπίλιας, από τις Φυτείες Ξηρομέρου. Αρκετοί ήταν οι τραυματισμένοι…Πολλοί επίσης συνελήφθησαν ως υπεύθυνοι τότε.
Οι συγκεντρωμένοι αγρότες στο «Σαμάρι», διαλύθηκαν ήσυχα στις 5.00 το απόγευμα. Στο σημείο αυτό η χωροφυλακή δε χρησιμοποίησε βία, δεδομένου ότι εδώ είχε συγκεντρωθεί το μεγάλο πλήθος των καπνοπαραγωγών, περίπου 4.500 άνθρωποι.
Ο άτυχος Δημ.Βλάχος που με το αίμα του έβαψε τη γη της Σφήνας, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Αγρινίου, αλλά ήταν ήδη νεκρός…Στην ιατροδικαστική έκθεση βεβαιωνόταν ότι ήταν θάνατος από σφαίρα με διαμπερές τραύμα στο κρανίο. Η κηδεία του ήρωα της Αγροτιάς, Μήτσου Βλάχου, έγινε την Κυριακή στις 5.30 μ.μ. στον Ιερό ναό Αγίου Γεωργίου Λεπενούς. Ήταν μια πάνδημη κηδεία. Χιλιάδες καπνοπαραγωγοί προσήλθαν για να γονατίσουν ευλαβικά στο νεκρό παλληκάρι που ήταν «ο στυλοβάτης της οικογένειάς του» και έμελλε να γίνει το σύμβολο της Αγροτιάς!
Η λεβεντογέννα Λεπενού, η Ακαρνανία και μαζί η Ελλάδα θρηνούν το Μήτσο Βλάχο! Και η λαϊκή μούσα τον υμνεί:

Βγήκε ο ήλιος κόκκινος
Και το φεγγάρι μαύρο
Κι ο λαμπερός αυγερινός
Πάει να βασιλέψει
………………………….
Ήτανε Σάββατο πρωί,
Καταραμένη μέρα,
Τον Λεπενιώτη Βλάχο βάρεσαν
Στης Σφήνας το γιοφύρι.
…………………………..
Κλάψτε Ξηρομερίτικα χωριά
Του Βάλτου καπνοχώρια.

Οι αγροτικοί Σύλλογοι του Νομού Αιτ/νίας καθώς και πολλοί Αγροτικοί Σύλλογοι από διάφορες αγροτικές περιοχές της Ελλάδος, η Ένωση Συνεταιρισμών Αγρινίου και η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτ/νίας, ανέλαβαν την ανέγερση του Μνημείου, που στήθηκε επί της Εθνικής Οδού Αγρινίου-Αμφιλοχίας, στη Σφήνα (σημερινή Κυψέλη), στο σημείο που έγινε η σύγκρουση των αγροτών με τη χωροφυλακή.
Το έργο δημιούργησε ο γλύπτης Ευθύμιος Πανουργιάς και συμβολίζει τη μεγάλη εξέγερση των καπνοπαραγωγών και τη θυσία του νεαρού Δημήτρη Βλάχου.
Ας υποκλιθούμε και μεις ευλαβικά στον αγώνα των αγροτών, των ανθρώπων του μόχθου και στο παλληκάρι της Λεπενούς, το Μήτσο Βλάχο!