Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Είναι η Πάλαιρος νησί;

Μα πού είναι αυτό το νησί, με ρώταγαν οι φίλοι μου κάθε φορά που τους έδειχνα ενθουσιασμένη τις φωτογραφίες από την Πάλαιρο. Ήξεραν τη λατρεία μου για τα πιο απομονωμένα νησάκια κι έψαχναν ποιο Αντι…νησί ήταν αυτό. 
Εις μάτην ωστόσο, γιατί η Πάλαιρος είναι κωμόπολη του δήμου Ακτίου- Βόνιτσας, στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας. Αν πεις μάλιστα, ότι είναι δίπλα στο Μύτικα, τότε όλοι καταλαβαίνουν πού βρίσκεται. Ακριβώς απέναντι από τη Λευκάδα, στην οποία φτάνεις οδικώς σε μόλις μισή ώρα για να βολτάρεις ή να κολυμπήσεις. 
Και μπορεί το τυρκουάζ της Λευκάδας να μην το συναντάς εύκολα, ωστόσο αν πας στο Βαθυαβάλι που βρίσκεται μόλις ένα δεκάλεπτο από την Πογωνιά της Παλαίρου, θα βρεθείς σε ένα γαλαζοπράσινο παράδεισο με κρυστάλλινα νερά, που μόλις βαφτιστείς εντός τους δύσκολα τα αποχωρίζεσαι. Μόνο αργά το βράδυ κι αφού φύγουν όλοι οι λουόμενοι κι ο ουρανός βάψει απαλό ροζ τ’ απέναντι βουνά, εσύ κάθεσαι ακόμη εκεί κι αναμετράσαι με το μέσα σου. Εσύ και το διάφανο, ακύμαντο, πηχτό θαρρείς, υγρό στοιχείο, που αναπαύεται αποκαμωμένο αλλά όχι εξαντλημένο κι εσύ βυθίζεσαι προσεκτικά για να μην του ταράξεις την απόκοσμη γαλήνη. Κι αρχινά μια άηχη συνομιλία σαν ίσος προς ίσον κι εξομολογούνται μυστικά αμφότεροι. 
Βράδιασε κι εσύ έχεις ξεχάσει ότι πεινάς, πολύ φυσικό άλλωστε, αφού στην καντίνα του Γιώργου με κάθε παγωμένη μπύρα καταφτάνει κι ο μεζές κέρασμα. Από φρεσκοτηγανισμένα κεφτεδάκια, μέχρι αθερίνα και καλαμαράκια. 

Σε κακομαθαίνει τόσο, που κάθε φορά μετά που παραγγέλνεις μπύρα αλλού, περιμένεις και τον μεζέ. Μάταια. 
Και μια και μιλάμε για φαγητό στο γυρισμό προς Πάλαιρο, θες δε θες τα ψητά του Τσουνάκα σε τραβάνε από τη μύτη. Δεν παραγγέλνεις ό,τι θες, αλλά ό,τι έχει πάνω στα κάρβουνα. Αλησμόνητο γουρουνόπουλο κι αρνάκι που σε κάνουν να ξαναθυμηθείς ότι εκτός από πνεύμα είσαι και σάρκα. 
Αν είσαι κουρασμένος και θες κάτι χαλαρό, σταματάς στο Ποταμάκι με τα ρηχά νερά, τα γεμάτα αστερίες. Κατά τις 5 το απόγευμα η μουσική από την καντίνα του Δημήτρη, του «Κοτσίδα», όπως τον λέγαμε, σε ταξιδεύει σε ήχους κουβανέζικους και νιώθεις να λικνίζεσαι εκεί που σκάει το κύμα. Η συνέχεια γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρουσα, πίνοντας τα ωραιότερα Μοχίτο του κόσμου και σμίγοντας όλοι σα μια μεγάλη παρέα, σε πάρτυ συνωμοτικό. 
Τα βράδια αράζεις στους ευρύχωρους καναπέδες του Senso Mare, για να απολαύσεις αίσθηση και θέα θάλασσα, με πολύ ωραίο φαγητό και ποτό. Ένα lounge συγκλονιστικό, που διδάσκει καλαισθησία, εξυπηρέτηση, ευγένεια, με τον ιδιοκτήτη τον 28χρονο Θάνο, στο τέλος, να κερνάει κηρήθρα και ν’ αφήνει πάνω στο τραπέζι το μπουκάλι με το Jagermeister (γέγκερ-μάϊστερ) το βοτανικό αυτό λικέρ, για να πιει η παρέα όσο θέλει. 
Γεμάτος όσο δεν παίρνει, επιστρέφεις για να ξαποστάσεις στο μπαλκόνι του Ιονίου, όπως λέγεται το κατάφυτο ξενοδοχείο του Δημήτρη, κατά κόσμον Thalassa spa hotel. «Παιδιά ξεκουραστείτε, γιατί αύριο έχουμε κρουαζιέρα», μας λέει ο πάντα χαμογελαστός κι ευγενικός Δημήτρης. «Γιατί, έχει κι άλλα μυστικά ο τόπος μας.
Έχει το Μεγανήσι, το Σκορπιό και φυσικά τον Κάλαμο, όπου τα πεύκα γλύφουν την άμμο». 
Μα πόση ομορφιά ν’ αποθηκεύσεις πια; Όμως, το κομπολόι της ψυχής χωράει κι αξίζει κι άλλες χάντρες γαλανές. Γιατί όπως λέει κι ο Χαλίλ Γκιμπράν: 
Ζούμε μόνο για να ανακαλύπτουμε την ομορφιά. Όλα τ' άλλα είναι μια μορφή αναμονής.






Γράφει η Μίνα Ιωαννίδου