Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Το διασίδι, όπως παλιά, και τα σύνεργά του …

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου στις 8 το πρωί, στους Τσουκαλάδες: Φτερούγιζαν σαν πεταρούδια οι λέξεις καθώς ξεχείλιζαν από τα στόματα της θειά Πάτρας και της θειά Πανάγως. Παραμέριζαν στο πέταγμά τους τη σκόνη της λήθης και νάτες να ΄ρχονται μια-μια ξανά στην επιφάνεια.
Γνώριμες λέξεις, καταχωνιασμένες για δεκαετίες ολόκληρες στα συρτάρια της μνήμης, που ποτέ όμως δεν ξεχάστηκαν. Από τις εποχές εκείνες που αντιλαλούσαν στις γειτονιές των χωριών μας τα γκαπ-γκουπ των αργαλειών. Λέξεις ταυτισμένες με πρόσωπα καλοσυνάτα. Συγγενικά ή της διπλανής πόρτας, που πολλά απ΄ αυτά δεν ζουν πια καν.
Διαμάντια της ντοπιολαλιάς μας, σμιλεμένες από γενιές ολόκληρες. Καλοδεχούμενες, κι ας μην ξέρεις πια μετά τόσα χρόνια τι ακριβώς πα να πει η καθεμιά.
Είναι η «ορολογία» του λευκαδίτικου διασιδιού: δεμάτια, πόρτες, μάτια, πήχες, δόντια, ακαμάτης, καντερέλια, βέργια, κ(ου)τάβια (πόσες φορές δεν αναζητήσαμε τις πέτρες εκείνες που είχαν από φυσικού τους μια διαμπερές τρύπα – χρησίμευαν στο διασίδι για να κρατάνε τεντωμένα τα καντερέλια), γκάρδης, τυλίχτρα, ξεμπόχιασμα, κοντοπάλουκο, σταύρωση, σκαμνί, διάστρα, μιτάρια, χτένι, σκούλινο, στημόνι, βροχίδες, μπελόνιασμα…
Και άλλα πολλά που έχουν κι αυτά ξεχαστεί ή ακούγαμε για πρώτη φορά: Τα ανύπαντρα κορίτσια έπαιρναν, λέει, τον γκάρδη (είναι το ξύλο που τοποθετείται στο αυλάκι που έχει το αντί) από το διασίδι και τον άφηναν κρυφά σε ένα τρίστρατο. Αυτόν που θα έβλεπαν ή όποιου το όνομα άκουγαν, αυτόν θα παντρεύονταν κιόλας. Σε μία άλλη εκδοχή το ίδιο έκαναν και οι γκαστρωμένες γυναίκες, αν περνούσε άντρας θα έκαναν αγόρι ή αν τύχαινε να περάσει πρώτα γυναίκα κορίτσι.
Θέλει απλωσιά, χέρια και καλό καιρό το διασίδι. Κρατάει ώρες ολόκληρες. Τέχνη με τα όλα της επίσης. Ιδιαίτερα η σταύρωση, στην αρχή, αλλά και το μπελόνιασμα, στο τέλος, όταν περνούν τις κλωστές από τα μιτάρια και το χτένι.. «Το κέντημα είναι γλέντισμα, η ρόκα είν΄ σεργιάνι κι αυτός ο έρμος ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη» Λίγες είναι οι γυναίκες που ξέρουν ακόμη πως γίνεται – και παλιότερα όμως, δεν σήμαινε ότι όλες όσες ύφαιναν ήξεραν να κάνουν και διασίδι. Στο χωριό μου, τα Κολυβάτα, το διασίδι γινόταν στις «Καρυές», μια τοποθεσία δίπλα από το χωριό που είχε άπλα. 
Ο χώρος χρησίμευε και ως γήπεδο. Στο ένα τέρμα στηνόταν το σκαμνί, και στο άλλο, σε ένα σχοινί δεμένο στα δέντρα, η διάστρα.
Γράφει ο λαογράφος μας Πανταζής Κοντομίχης στο βιβλίο του «Το νοικοκυριό του χωριάτικου σπιτιού στη Λευκάδα» (Εκδόσεις Γρηγόρη, 1985) για «Το διασίδι και τα σύνεργά του»:
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του αργαλειού είναι το διασίδι, δηλαδή η διαδικασία με την οποία ετοιμάζεται το στημόνι, που θα τυλιχτεί στο πίσω αντί του αργαλειού.
Τα σύνεργα για το διασίδι είναι:
α) η διάστρα, δηλαδή μια σειρά χοντρά καλάμια, που είναι γιομισμένα με νήμα, στο χρώμα που θέλουν και διευθετημένα ως εξής: Στο κάθε καλάμι είναι περασμένη μια σιδερόβεργα (σ.σ. στην πιο πάνω περίπτωση χρησιμοποιήθηκαν αντένες από παλιά ομπρέλα), οι άκρες της οποίας δένονται σε κάθετα σκοινάκια και σε ορισμένη απόσταση. Τα καλάμια της διάστρας, που τοποθετούνται κάθετα σε κάποιον ελεύθερο χώρο (σ.σ. στο διασίδι που περιγράφουμε τα καλάμια κρεμάστηκαν σε ένα σχοινί που είχε δεθεί μεταξύ δυο ελιών) ή δίπλα σε τοίχο είναι πολλά: 30 μέχρι 50 (σ.σ. εξαρτάται από το υφαντό).
β) το σκαμνί: Είναι ξύλινο τριγωνικό κατασκεύασμα με ένα πόδι στην κάθε γωνία, κάτι σαν αναποδογυρισμένη πυροστιά. Από το ένα πόδι δένουν το σύνολο των κλωστών, που τραβάει η γυναίκα που διάζεται, απ΄ όλα μαζί τα καλάμια της διάστρας. Φουχτώνει δηλαδή τόσες κλωστές, όσα είναι τα καλάμια. Απάνω στο σκαμνί τοποθετούν μια βαριά πέτρα, για να μη μετακινείται εύκολα. Το σύρουν, ωστόσο, όταν χρειαστεί, προς τα πίσω και πάει σε μεγάλη απόσταση από τη διάστρα, τόσα μέτρα, όσο είναι το μάκρος του νήματος, που βαστούν τα καλάμια.
γ) η τυλίχτρα: Είναι ένα αντί αργαλειού, πάνω στο οποίο τυλίγεται το νήμα-στημόνι της διάστρας. Όταν, δηλαδή, αδειάσουν τα καλάμια, μεταφέρουν το νήμα από το σκαμνί στο αντί: Η γυναίκα πιάνει και κομπιάζει τις άκρες των κλωστών στο αντί και αρχίζει κατόπιν να το γυρίζει. Με το γύρισμα τραβιέται το σκαμνί προς το αντί και το στημόνι· σιγά-σιγά περιτυλίγεται στην τυλίχτρα, μέχρι το τέλος. Ύστερα τοποθετούν το αντί-τυλίχτρα στο πίσω μέρος του αργαλειού και τραβούν τις άκρες των κλωστών για να τις δέσουν, κατά τον ίδιο τρόπο, στο μπροστινό αντί, περνώντας τες απ΄ τα μιτάρια και το χτένι.
ΔΕΙΤΕ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ ΦΩΤΟ