Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΥΝΑ


Με τα λόγια της ..........γιαγιάς και του ....παππού
ΤΑ  ΕΘΙΜΑ  ΚΑΙ ΦΑΓΗΤΑ
 ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Το Δωδεκαήμερον (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου).  Το Δωδεκαήμερο που έρχονταν τα πάγανα ή παγανά (καλικαντζάρια) οι γυναίκεςδεν πλένουνε, δεν γνέθουνε, δεν υφαίνουνε, δεν λούζονται (και οι άντρες) δεν βάφουν γιατί τα ρούχα παρδαλίζουνε και γενικά όλα παγανίζονται.  Τα ρούχα δεν τα’ αφήνουνε το Δωδεκαήμερο έξω μετά το βασίλεμα του ήλιου γιατί τα βρέχουνε τα πάγανα ή τα παίρνουνε. Και αν καμιά φορά τ’ αφήσουνε, όταν τα μαζέψουνε τα λιβανίζουμε.
Την νύχτα βάζουνε λιβάνι κι όταν βγαίνουνε έξω κρατούνε δαυλί αναμμένο.
Παραμονή  Χριστουγέννων
 Την παραμονή των Χριστουγέννων φτιάχνουμε το Χριστόψωμο.  Βάζουμε το ζυμάρι σ΄ ένα ταψί και πάν’ στο ζ(υ)μάρι κάνουμε σταυρό και σφραίδα (σφραγίδα), βάζουμε μύγδαλα και καρύδια στις γωνιές κι ολόγυρα και το πασπαλίζουμε με σουσάμι. Επίσης φτιάχνουνε μελομακάρονα. Μέσα στο Χριστόψωμο βάζουμε κι ένα νόμισμα.  Το ψένουμε και το έχουμε έτοιμο για ανήμερα τα Χριστούγεννα.  Την παραμονή πάνε στο νεκροταφείο και μοιράζουνε γλυκά ψωμάκια κ.λ.π. 


Επίσης την παραμονή μαζεύονται πολλοί και σφάζουν το γουρούνι. Το χτυπάνε με τσεκούρι.  Όλοι μας εδώ όταν σφάξουμε το γουρούνι το κρεμάμε, κρεμάμε όμως κι ένα πιρούνι για τα πάγανα.  Στο στόμα του γουρουνιού βάζουμε ένα λεμόνι.  Τα γουρούνια δεν τα σφάζουμε μέρα Τρίτη γιατί τότε το κρέας τους μυρίζει.





Την παραμονή των Χιστουγέννων το πρωί νύχτα έρχονται τα παιδάκια και λένε τα κάλαντα. Κρατάνε στα χέρια τους άλλο πιρουστιά (τρίγωνο), άλλο καραμούζα, άλλο τούμπανο κι άλλο ό,τι  έχει.
Τα κάλαντα γύρω στα 1905 άρχιζαν:
Χριστούγεννα  πρωτούγεννα
πρώτη γιορτή του έτους.
Στα παιδάκια που λένε τα κάλαντα δίνουμε κέρματα.  Τα κάλαντα που λένε τα παιδάκια εδώ είναι τα ίδια μ’ εκείνα που λέγονται σχεδόν παντού.





ΓΟΥΡΟΥΝΙ: Στα χωριά τα Χριστούγεννα ήταν παράδοση να σφάζουν ένα γουρούνι. Κάθε οικογένεια ετοίμαζε το ζώο από το καλοκαίρι. Το τάιζαν με ότι υπήρχε στο σπίτι, με βελανίδια, με ρίζες από δέντρα, χορτάρια, γι¨αυτό ήταν και νόστιμο το κρέας του. Όταν άρχιζε η νηστεία των Χριστουγέννων το έκλειναν κάπου και το τάιζαν περισσότερο για να παχύνει, γιατί χρειάζονταν το λίπος για περάσουν όλο το χειμώνα. Από το κρέας του έφτιαχναν διάφορα φαγητά όπως: χοιρινό παστό με λίπος, χοιρινό καπνιστό, χοιρινό στα κάρβουνα, στη σούβλα, στο φούρνο, «γιαπράκια», πατσά χοιρινό.
Τα  Χριστούγεννα  σ’όλα  τα  σπίτια εκτρέφανε γουρούνια. Ακόμη παρέβγαιναν  στο  ποιος  θα φτιάξει  το  μεγαλύτερο  και παχύτερο  γουρούνι.
"και τ' χρόν' παχύτερο" Επίσης  την παραμονή  των  Χριστουγέννων, άλλοι σφάζανε  τα  γουρούνια  και  άλλοι τα  χτυπάγανε  στο  κεφάλι  με  το τσεκούρι. Την  επόμενη  των Χριστουγέννων  βγάζανε  το  λίπος, το  κόβανε  σε  κομμάτια  και  το βάζανε  σ’ένα  καζάνι  που  το τοποθετούσαν  στη  φωτιά, το λιώνανε, του  βγάζανε  τις τσιγαρίδες, το  βάζανε  σε τενεκέδες  και  το  χρησιμοποιούσαν σε  διάφορα  φαγητά όλη τη χρονιά.
ΚΟΥΛΟΥΡΕΣ:  Τα Χριστούγεννα για να κεράσουν τα παιδιά και τα βαφτιστήρια που έρχονταν στο σπίτι έφτιαχναν κουλούρες. Εκείνες που προορίζονταν για τα αγόρια τις έκαναν στρογγυλές και κούφιες στη μέση. Σε εκείνες για τα κορίτσια τις έκαναν σαν κούκλες, και τις κένταγαν με το ψαλίδι και το πιρούνι και έβαζαν και καρύδα ή αμύγδαλο από πάνω. Σε εκείνες για τα βαφτιστήρια έβαζαν ένα αυγό ή καρύδα. Όταν ήταν έτοιμο το ζυμάρι για φούρνισμα τις άλειφαν με αυγό ή με σιρόπι από ζάχαρη και τις έβαζαν για ψήσιμο. Την ημέρα των Χριστουγέννων πέρναγαν τα παιδάκια και τα φίλευαν. Στα βαφτιστήρια την κουλούρα την έδινε πάντα η νονά και συνοδεύονταν και από άλλα δώρα.
ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ: Όπως και σήμερα γινόταν με αλεύρι. Το ζυμώνανε πολύ καλά με το προζύμι, και με το ζυμάρι έφτιαχναν πρώτα έναν πάτο στο ταψί. Γύρω γύρω έβαζαν ένα στεφάνι και στη μέση ένα σταυρό για το Χριστό. Στη μέση του σταυρού έμπηγαν ένα αυγό. Στη συνέχεια έβαζαν την σφραγίδα και το «κεντούσαν» με ένα ψαλίδι για να φαίνεται όμορφο. Έβαζαν και καρύδια και αμύγδαλα, και λίγο τυρί στις άκρες για να είναι καλά τα ζώα του σπιτιού. Το χριστόψωμο το έκοβε ο νοικοκύρης του σπιτιού. Πριν το κόψει το ακουμπούσαν όλοι με το δεξί χέρι, το σταύρωναν τρεις φορές με το μαχαίρι, και το έκοβαν λέγοντας « του χρόνου να είμαστε όλοι καλά»
Την  παραμονή  των  Χριστουγέννων, οι γυναίκες  του  χωριού  σηκώνονταν  νύχτα  και ζυμώνανε  τα  χριστόψωμα. Μέσα βάζουν ένα νόμισμα και το βράδυ το κόβουν πάνω σε ένα ποτήρι κρασί σε τεμάχια. Ανήμερα τα Χριστούγεννα μοιράζουμε κρέατα.  Τα Χριστούγεννα πηγαίνουμε νύχτα στην εκκλησία. Το μεσημέρι πριν από το φαγητό όλη η οικογένεια αφού μαζευτεί βάζουμε το κρασί στη μέση στο τραπέζι και κόβουμε το Χριστόψωμο παν’ σ’ ένα δίσκο σε τόσα κομμάτια, όσα είναι τα μέλη της οικογένειας.  Μετά βάζουμε το δίσκο με τα κομμάτια πάν’ στο δοχείο με το κρασί και αφού καθήσουμε όλοι γύρω – γύρω στο τραπέζι ο καθένας τραβάει το κομμάτι του.  Την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι γλεντάμε με τις οικογένειές μας.

Ενώ υπήρχε και το έθιμο όταν ζύμωναν το ψωμί, ένα μέρος από αυτό το σταύρωναν καισυμβόλιζε τα χέρια του Χριστού και έβαζαν μια καρύδα που συμβόλιζε το κεφάλι. Στο χωριό  όλα  τα  σπίτια  είχαν  φούρνους  που  έψηναν  το  ψωμί  με  ξύλα. Φτιάχνανε πρόσφορα (λειτρουγιές). 
Το  πρωί  της  παραμονής  των  Χριστουγέννων, όλα  τα  παιδιά  πηγαίνανε  σε  όλα  τα σπίτια  και  λέγανε  τα  κάλαντα. Την  ημέρα  των  Χριστουγέννων, όλες  οι  οικογένειες σηκώνονταν  πολύ  πρωί  και  πήγαιναν  στην  εκκλησία. Γυρίζοντας  από  την  εκκλησία, βάζανε  φωτιά  στο  τζάκι  και  ψήνανε  σουφλιμά  και  σπληνάντερο.  Το  μεσημέρι, όλοι τρώγανε  κοτόσουπα  μαζεμένοι  γύρω  από  το  οικογενειακό  τραπέζι . Τα γουρούνια που έσφαζαν τους διέκριναν από τους Τούρκους διότι οι Τούρκοι λόγω της μουσουλμανικής θρησκείας τα απαγόρευαν (έλεγαν ότι τα γουρούνια τρύπησαν τα κρυμμένα στη γη ασκιά του Μωάμεθ.) Ξημερώνοντας τα Χριστούγεννα οι γυναίκες έπαιρναν τις στάχτες και τις ρίχνανε στις τέσσερις γωνίες των σπιτιών για να φύγουν τα παγανά. Από τα Χριστούγεννα έως τα φώτα που θα αγιάσουν τα νερά, τη νύκτα δεν κάνει να φωνάζουμε δυνατά γιατί υπάρχουν τα πάγανα και αποφεύγουν να βγαίνουν τη νύχτα τα μικρά παιδιά, φοβούμενα τα πονηρά πνεύματα του Ηρώδη που έσφαξε τα νήπια στη Βηθλεέμ.

Γ.Χ.