Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

"ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ" ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ


                 Ιστορική αναδρομή,  στον 21ο πίνακα,
 των εικονογραφιμένων αγώνων, του  στρατηγού  Μακρυγιάννη.


      
                         
Στο Νομό Αιτ/νίας και βόρεια των εκβολών του  ποταμού Αχελώου, απλώνεται  η επαρχία Βονίτσης  και  Ξηρομέρου, που  ξεκινά  απ’ την  Κατοχή  και  φτάνει  μέχρι τo ακροτήρι του  Ακτίου και την  Αμφιλοχία.
Ολη αυτή η περιοχή, είναι  σκεπασμένη απ’ τα άγρια Ακαρνανικά  βουνά, με τα ψηλά οροπέδια  και τις χιονισμένες βουνοκορφές.

   Εσείς βουνά της Κατοχής, βουνά του Ξηρομέρου,
    βαστάξτε να βαστάξουμε, τον φετινό χειμώνα.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ HD


Η στρατηγική σημασία, που είχε στα  παλιότερα χρόνια  ο  χώρος  αυτός,  που  ένωνε την Ήπειρο  με Στεραιά και την  Πελοπόννησο,  ήταν  αιτία, να  γίνονται  συνεχείς πόλεμοι, για την κατάτκτησή του.

Αυτός που κατείχε την περιοχή, ήταν κύριος  του  Αμβρακικου κόλπου, έλεγχε τα γύρω λιμάνια του Ιονίου, καθώς  και  το μοναδικό δρόμο,  Μακρυνόρους,  Μεσολογγίου, Αντιρίου, Ναυπάκτου.
Εσείς  βουνά  της  Κατοχής  βουνά  του  Ξηρομέρου                       
Βαστάξτε να βαστάξουμε, το φετινό χειμώνα.
Ο Βάλτος, εχ παιδια μ, προσκύνησε.
  
Η επαρχία του Βάλτου, μαζί  με  την επαρχία  Βονίτσης  και  Ξηρομέρου, αποτελούσαν απ’ τα πανάρχαια χρόνια, το χώρο της Ακαρνανίας.
Κατά τον Θουκυδίδη  η Ακαρνανία ήταν μια των Ελληνικών χωρών, στην οποία επι αιώνες επικρατούσε η ληστια,,, που για τους κατοίκους της,  τους  φθειροπόγωνες και σιδηροφορούντες Ακαρνάνες, ήταν μάλλον δόξα, παρά ντροπή.
Έτσι, οι ορεσίβιοι κάτοικοι της περιοχής, απασχολημένοι συνεχώς με τα όπλα και τους εχθρούς που τους περιέβαλαν, δε διακρίθηκαν στα γράμματα και τις τέχνες, αλλά στην ελεύθερη ποιμενική ζωή, στα πολεμικά και την αρχιτεκτονική των τειχών, για τις πολεμικές και στρατηγικές ανάγκες του τόπου τους.
Σε κάθε καραούλι και κορυφογραμμή, σε κάθε βουνοκορφή και όρμο, δεσπόζουν ακόμη και σήμερα, κυκλώπεια,  τριγωνικά, ή πολυγωνικά τείχη, που θαυμάζονταν κατά την αρχαιότητα.
Τα τείχη αυτά, χτισμένα σε θέσεις απ’ τη φύση τους οχυρές, ήταν απλησίαστα την εποχή εκείνη και η κυρίευση τους, εθεωρείτο πράξης ηρωική.


ΔΕΙΤΕ ΠΑΛΙ ΤΟ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ 4.3

  

Τα κυκλώπεια τείχη, χτίστηκαν κατά τρόπο θαυμαστό.
Στην αρχή, οι βράχοι έμπεναν ακανόνιστα, ο ένας πάνω στον άλλο, και μετα, για να μην είναι ευκολοδιάβατοι, τους χτυπούσαν απ’ την εξωτερική πλευρά και τους έκαναν λείους, γεμίζοντας τα καινά, με πέτρες και πηλό.
Αργότερα οι βράχοι, κόβονταν ορθογώνιοι ή πολυγωνικοί.
Για το πώς μεταφέρθηκαν, αυτοί οι πελώριοι βράχοι και για το πώς τοποθετήθηκε ο ένας πάνω στον άλλο, υπάρχουν πολλές εξηγήσεις… Πάντως,,,, οι αρχαίοι πίστευαν, πως τα έργα αυτά, ήταν έργα, των μυθικών τεκτόνων, των Κυκλώπων.
Πάνω σ’ αυτές, τις τόσο καλά διαλεγμένες θέσεις των αρχαίων τειχών,  έχτισαν και οι νεότεροι, τα δικά τους κάστρα,,, και προ πάντων οι Τούρκοι και οι Ενετοί, πού πρεπε να εξασφαλίσουν τα νώτα τους, σ’ αυτή τη χώρα, που την κατοικούσε, ένας απείθαρχος και φιλοπόλεμος λαός.
Οι ξένοι, θαλασσινοί καθώς ήταν και με ναυτική δύναμη, απέφευγαν την ενδοχώρα και προσπαθούσαν να είναι φιλικοί, με τον ντόπιο πληθυσμό.


Προτιμούσαν τις πεδινές περιοχές, τους όρμους, τους διαύλους  τους παράκτιους λόφους και τις οχυρές θέσεις, που υπήρχαν τριγύρω απ’ τις λιμνοθάλασσες.
       
  Έτσι, τα παλιότερα κάστρα που υπήρχαν στους χώρους αυτούς, διαμορφώθηκαν τώρα, σε τρόπο ώστε να εξυπηρετούν, τόσο τις πολεμικές ανάγκες, όσο και τους σκοπούς, των νέων υπερασπιστών.
Τα τείχη αυτά χτίστηκαν με ορθογώνιες πέτρες, τοποθετημένες σε οριζόντιες σειρές ή δόμους, και  μ’ αυτά περιέβαλαν την πόλη, ή την οχυρή θέση.
Γύρω απ’ το τείχος  αν δεν υπήρχε θάλασσα, έσκαβαν το κάλυμμα  που ήταν μια βαθιά τάφρος γεμάτη με νερό, για να εμποδίζει την προέλαση του εχθρού,,, και πίσω της κτίζαν το προπέτασμα, ή ανάχωμα, που είχε συνήθως 6μ πάχος και  6 με 12μ ύψος, για να καλύπτει, τους αμυνόμενους μαχητές.



Πολλές φορές, τα κάστρα ήταν τριγυρισμένα από βάλτους, σε τρόπο ώστε, να μην είναι δυνατή η προσέγγισή τους, ούτε απ’ τη στεριά, ούτε απ’ τη θάλασσα, παρά μόνο από μια στενή λουρίδα γης  με γέφυρα, που κατέληγε στή μοναδική είσοδος.

Πάνω απ’ τα κάστρα, η θέα είναι μεγάλη, και πάντα υπάρχει  οπτική  επαφή, με άλλο κάστρο ή καστέλι, για να στέλνονται τα μηνύματα.

Μέσα στο κάστρο, που έχει μια μόνο είσοδο, για να μην εγκαταλείπεται απ’ τους υπερασπιστές  υπάρχουν ένα ή και περισσότερα τείχη, για τη συνέχιση της άμυνας.
Υπάρχουν ακόμα σπίτια για τη στέγαση των στρατιωτών, στέρνες με βρόχινο νερό και χώροι για την αποθήκευση, αγαθών και όπλων.
 Κι’ όμως…  Αυτά τα τόσο καλά οχυρωμένα κτίσματα, με τα πολλαπλά και πανύψηλα τείχη τους, δεν άντεξαν στις επιδρομές, Άγγλων, Γάλλων, Τούρκων, Ρώσων και Ενετών.
Κι’ όλοι αυτοί, ήρθαν κι’ έφυγαν και ματάρθαν και ξανάφυγα κι’ πόλεμοι πούγιναν εδώ γύρω, κράτησαν το λαό στα όπλα, βοηθώντας  πότε τον ένα και πότε τον άλλο, πιστεύοντας, πώς μια από αυτές τις μεγάλες δυνάμεις, θ’ απελευθέρωνε κάποτε την Ελλάδα.

Αυτά τα ηρωικά και συνάμα ρομαντικά αρχιτεκτονικά  κτίσματα,  που άντεξαν αιώνες, κάτω από άνισες συνθήκες, άρχισαν σιγά-σιγά να παρακμάζουν, στις αρχές του 18ου αιώνα.
Η ανακάλυψη του κανονιού, η αύξηση του βεληνεκούς και η εκρηκτική ισχύς των οβίδων, είχαν σαν αποτέλεσμα την αντικατάστασή τους, με θέσεις απ’ τη φύση τους οχυρές.

Και τα κάστρα, απόμειναν να θυμίζουν τα χρόνια της αντρειοσύνης  και της παλικαριάς, τότε που οι πόλεμοι, γίνονταν με τα χέρια και την καρδιά.
    
Κέντρο αυτής της τόσο καλά οχυρωμένης περιοχής, ήταν η Βόνιτσα, που εμφανίζεται, απ’ τα πρώτα χρόνια της πολίτικης και εκκλησιαστικής ιστορίας του Βυζαντίου, σα μεγάλο συγκοινωνιακό κέντρο και οχυρότατη πόλης.    Κατά την 4η Σταυροφορία, οι κάτοικοι της περιοχής αντιστέκονται   στις επιδρομές των Νορμανδών και το 1204,  προσχωρούν στο Δεσποτάτο  της Ηπείρου,  των Αγγελλονίμων Κομνηνών.
       Αργότερα, η Βόνιτσα και η περιοχή της, δίνεται προίκα στην κόρη   του Νικηφόρου του 1ου, προς το Φίλιππο, το γιό του Καρόλου, του Ανδεγαβικού.

Όταν οι Τούρκοι, κυριεύουν την περιοχή το 1479, απ’ τα ένοπλα σώματα των Ακαρνάνων, δημιουργούν τα περίφημα αρματολίκια,  που σπουδαίο ρόλο έπαιξαν, στη ζωή και την τύχη του ελληνισμού,  κατά τον 16ο, 17ο, και 18ο, αιώνα.
    
 Οι Τούρκοι, για να μπορέσουν να διοικήσουν αυτόν τον απείθαρχο  και φιλοπόλεμο λαό, διαιρούν την επαρχία Βονίτσης και Ξηρομέρου, σε πέντε βιλαέτια, που τα αναφέρει και το δημοτικό μας τραγούδι.
  
Οι εκγύμναση των Ακαρνάνων στα όπλα, είχε σαν αποτέλεσμα, με  την κατάληψη των πεδινών περιοχών απ’ τους Τούρκους, να ξεσηκωθούν και να γεμίσουν τα Ακαρνανικά βουνά, με πλήθη κλεφτών και αρματολών.
Για πρώτη φορά μεταξύ των Ελλήνων, αυτοί οι ορεσίβιοι, αντέδρασαν στο προσβλητικό γι’ αυτούς, γραικό.
      Ορέ εμείς δεν είμαστε γραικοί,,, εμείς ήμαστε Έλληνες, έλεγαν.          

Δύο μεγάλες επαναστάσεις, συγκλονίζουν την περιοχή αυτή.
Η πρώτη το 1580, όταν οι αρματολοί Θεόδωρος Μπούας Γρίβας, Μάλαμος,  και Πούλιος δράκος, με τα ένοπλα σώματά τους, σκοτώνουν όλους τους Τούρκους της Ακαρνανίας  και κυριεύουν την Άρτα. Επιχειρώντας όμως την κατάληψη των Ιωαννίνων, νικιούνται και μεγάλη συμφορά, έρχεται για τους Ακαρνάνες, των πεδινών περιοχών.



30 χρόνια αργότερα, οι κάτοικοι της περιοχής, βοηθούν το Βενετό Μοροζίνι και μαζί με τα ένοπλα σώματα, των Σουμήλα απ’ τα Γιάννενα, του Μεϊντάνη απ’ την Κατούνα και το Μικρό Χορμόπουλο απ’ τ’ Άγραφα, κυριεύουν, πρώτα τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και την Άρτα και μετά, την οχυρωμένη Βόνιτσα. 
 Από τότε την κατέχουν οι Ενετοί, μέχρι την κατάλυση της βενετικής δημοκρατίας, οπότε η περιοχή υπάγεται στη Γαλλική κυριαρχία και ακολουθεί την τύχη, των νησιών του Ιονίου.
  Οι κάτοικοί της, στόλισαν τη Βόνιτσα με διώροφα και τριώροφα κτήρια, εφαρμόζοντας στο χτίσιμο των σπιτιών, την αρχιτεκτονική των τειχών, με χαρακτηριστικό γνώρισμα την αρμονία, τη λεπτομέρεια και προ πάντων, το μέτρο και τη λογική
Τα οχυρά αυτά σπίτια, ήταν οι λεγόμενες Κούλιες, με τα στενά παράθυρα, τις πολεμίστρες και τους φαρδύς τοίχους, που πολλές φορές ξεπερνούσαν το 1,5 μετρό πάχος και πιο πολύ, οι πλευρές που ήταν γυρισμένες προς τη θάλασσα, για ν’ αντιστέκονται, στις βολές των κανονιών.
Στους εσωτερικούς χώρους των σπιτιών, κυριαρχούν οι στριφτές σκάλες, οι στενοί διάδρομοι, οι  πέτρινες μεσοτοιχίες, και τα πολύ μικρά δωμάτια.
Στο υπόγειο και στην οχυρωμένη αυλή, περ’ απ’ τα  χρειαζούμενα, υπάρχουν χώροι για τα ζώα, αποθήκες τροφίμων  και πάντα,  το απαραίτητο πηγάδι.



Μια απ’ τις πιο καλοδιατηρημένες Κούλιες της περιοχής, είναι και η κούλια των Γριβαίων–Μπούα, μεγάλης ιστορικής οικογένειας, που πολλά προσέφερε στην πατρίδα.


Ο Μερκούριος Μπούας Γρίβας, κόμης και αρχιστράτηγος των Ενετών, καθώς μαρτυρεί το οικόσημο και η σημαία του 1510, υπήρξε γενάρχης των Γριβαίων, που έδωσε τα περισσότερα παλικάρια, στους αγώνες κατά των Τούρκων.
  Ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας, ξεκίνησε πρώτος τους αγώνες  το 1580.
Ο Αποστόλης Γρίβας με τους τρεις του γιους  πέσανε πολεμώντας στις μάχες, όταν το 1769, ήρθαν σε συνεννόηση με τον Ορλόφ, και ύψωσε τη σημαία της επανάστασης, στην Ακαρνανία.
        
       Παιδιά του Χρίστου Γρίβα, ήταν ο Δράκος Γρίβας και ο Γιωργακης ή Σβίγκος.                          
         
           Το  μάθατε τι έγινε, στην Πούντα στ’ Αλωνάκι.  
           Ο Δράκο–Γρίβας  πολεμά, με δώδεκα χιλιάδες.

        
  Ο Δράκος Γρίβας φαρμακώθηκε απ’ τον Αλή Πασά, και ο Γεωργάκης ή Σβίγκος, έπεσε πολεμώντας, μαζί με το μονάκριβό του παΐδι, στην έξοδο του Μεσολογγιού.

Τα πέντε παιδιά του Δράκου Γρίβα, μαζί με τα παιδιά τους, πρωταγωνίστησαν στους αγώνες κατά των Τούρκων κι’ αργότερα, όσοι απόμειναν, μπλέχτηκαν στις εσωτερικές διαμάχες και επαναστάσεις, του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.

Η γενιά των Γριβαίων πέρασε, χωρίς να αφήσει αγόρια.

Έμεινε όμως στην περιοχή σα θρύλος, η παλληκαριά και η κούλια τους, για να θυμίζει τους αγώνες του λαού μας.
Στα χρόνια της σκλαβιάς, επικρατή στην περιοχή μια εύθραυστη ηρεμία, που επιτρέπει κάτω απ’ την κυριαρχία των Ενετών, να αναπτυχθούν τα παραθαλάσσια Ακαρνανικά κέντρα.
65 εκκλησιές και μοναστήρια χρίζονται την περίοδο αυτή στη Βόνιτσα, και διάσημοι λαϊκοί ζωγράφοι, αγιογραφούν τους ναούς και τα μοναστήρια.
Οι καλλιτέχνες, οι χρυσικοί και οι τεχνίτες, που έρχονται απ’ την υπόλοιπη Ελλάδα, βοηθούν στην ανάπτυξη του τόπου, ενώ άγνωστοι ξυλογλύπτες φυγάδες της υπόδουλης Ηπείρου, κοσμούν το ωραιότατο τέμπλο, του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Σπυρίδωνα της Βόνιτσας, με παραστάσεις απ’ την Παλιά και την Καινή διαθήκη.
Το 1800, η Βόνιτσα και η περιοχή της, πέφτει ξανά, μετά από πολλά χρόνια,  στους Τούρκους, για πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Ο Βελής ο Τεπελενλής, συμπληρώνει την οχύρωση των φρουρίων, Βόνιτσας, Πλαγιάς, Περατιάς και Ακτίου και οι Τούρκοι, κλείνονται σ’ αυτά.
Οι ογκόλιθοι των αρχαίων κτισμάτων και τα απομεινάρια του ναού του Ακτίου Απόλλωνα μεταφέρθηκαν να συμπληρώσουν την οχύρωση, του κάστρου του Ακτίου.
Πάνω στα τείχη του κάστρου, απόμεινε η αρχαία δόξα της περιοχής και η ιστορία, της ωραιότερης κτήσης των Κορινθίων, του Αρχαίου Ανακτορίου.
Το 1828,,, 28 χρόνια μετά την κατάληψη της περιοχής απ’ τους Τούρκους, ο Καποδίστριας, γνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής, στέλνει στολίσκο 5 εξοπλισμένων πλοίων, που παρά τον πυκνό κανονιοβολισμό, τόσο απ’ την Πρέβεζα, όσο κι’ απ’ το Άκτιο, μπαίνουν στον Αμβρακικό κόλπο.
Βουλιάζουν μια Τουρκική κανονιοφόρο, συλλαμβάνουν 40 εξοπλισμένα πλοία, και με τη βοήθεια την κατοίκων, καταλαμβάνουν τη Βόνιτσα.
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης η θρυλική μορφή του 21, που έζησε αρκετό καιρό στο κονάκι του ισχυρού άρχοντα της Άρτας, Αθανάσιου Λυδορίκη, γνώριζε τους κατοίκους της Βόνιτσας, με τα ονόματά τους.
Όταν αργότερα, ασχολήθηκε  με τη ζωγραφική των εικόνων, με θέμα τον ιερό αγώνα, για να δουν τι έγινε, οι ερχόμενες γενιές και να παραδειγματιστούν απ’ το αιώνιο Ελληνικό θαύμα, έβαλε τη Βόνιτσα σα κέντρο της δυτικής Ελλάδας και αναπαράστησε τη μάχη αυτή, γράφοντας από κάτω.
Κάδρο της δυτικής Ελλάδας και κέντρο η Βόνιτσα όπου έγιναν αρκετοί πόλεμοι εις τα μέρη αυτά και σημειώνονται, οι αγωνιστές όπου ενθυμούμε θα.
Η Βόνιτσα και το φρούριο αυτής και το λιμάνι της.
 Η Πρέβεζα και η Πούντα.
Τα πέντε μυστικά, μπαίνουν απ’ το στενό της Πρέβεζας και πολεμιούνται απ’ όλα τα μέρη, με πλήθος κανονιοβολισμών και τυφεκίων,,, και αυτά επέρασαν ανδρείως και πήραν και όσα πλοία ήταν εις τον λιμένα της Πρέβεζας, καθώς φαίνεται όπου τα παίρνουν.
Ο Πορφύριος και οι δύο επίσκοποι.       
Ο εις επίσκοπος Ρωγών, εσκοτώθει γενναίος εις Μεσολόγγιον.
Οι νοικοκυραίοι και οπλαρχηγοί, Μαυροματαίοι, Καραγιαναίοι, Μαγγιναίοι, Ισκαίοι, Ραγκαίοι, Γριβαίοι, Κατσικογιαναίοι, και όσοι άλλοι δεν είναι εις την ενθύμησή μου,,, ηγωνίστηκαν εις αρκετούς πολέμους, και θυσιάστηκαν, και κατ’ εξοχήν, όταν επήγε ο Γκενεράλης Τζούρζ, πολλοί απ’ αυτούς  και άλλοι ηγωνίσθησαν εις αυτά τα μέρη και εις άλλα, και ωφεληθη η Πατρίς.
Ο Γκενεράλης Τζούρτζ και οι λοιποί όπου εγράψαμεν.
 Πολεμούν οι Έλληνες με τους Τούρκους. Αι γυναίκες φέρουν νερό και πίνουν οι Έλληνες όπου πολεμούν.

Ο Στρατηγός Ριχάρδος Ζορζ, που είχε και το γενικό πρόσταγμα στη μάχη αυτή, έγραψε στην έκθεσή του για την αντρεία των ντόπιων πολεμιστών, πως < ουδέποτε άνθρωποι εφάνισαν αξιότεροι της ευγνωμοσύνης της πατρίδος των>.
Κι’ όμως, αυτοί που δεν έζησαν ποτέ τη σκλαβιά των Τούρκων, βρέθηκαν με το τέλος της επανάστασης, -όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες- ανάμεσα σε ερείπια, γυμνοί και πεινασμένοι, περιμένοντας τους καρπούς της λευτεριάς
Η άφιξη όμως των Βαβαρών και του Όθωνα, ήταν γι’ αυτούς που έζησαν  <ελεύθεροι πολιορκημένοι>,  κάτω απ την κυριαρχία  Άγγλων, Γάλλων, Ρώσων και Βενετών, η νέα κυριαρχία, των ξένων στην Ελλάδα.
Τι Βενετοί,,, τι Βαυαροί –έλεγαν- το ίδιο κάνει, κι’ έτρεφαν ένα θανάσιμο μίσος γι’ αυτούς, που μαζί με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση της εποχής, δεν άργησε να γίνει αιτία, νέων στάσεων και επαναστάσεων, όπως αυτές του 1844, του 1847, του 1854, και του 1862.
Ο Θεοδωράκης Γρίβας, ο υποκινητής των εξεγέρσεων αυτών, υπήρξε ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος του χαρακτήρα και της ψυχοσύνθεσης του Ακαρνάνα.
Εκ φύσεως απείθαρχος και φιλοπόλεμος, πρωταγωνίστησε στους αγώνες κατά των Τούρκων και τώρα ξεσήκωσε το λαό, για νέους αγώνες και επαναστάσεις.
Το 1862, επικεφαλής 7000 οπλοφόρων, ξεκινά απ τη Βόνιτσα και βαδίζει κατά των Αθηνών.             Με τα γεγονότα που έχουν προηγηθεί και την είδηση αυτή, ο Όθων, εγκαταλείπει την Ελλάδα.
Η προσωρινή κυβέρνηση, στέλνει στο Μεσολόγγι τον Επαμηνόντα  Δεληγιώργη για να τον συναντήσει και να του απονείμει τον βαθμό του στρατάρχη, αλλά τον βρίσκει ασθενή και στης 24 Οκτώβρη του 1862, πεθαίνει από πνευμονία.
Όμως ο θρύλος των Ακαρνάνων, τον θέλει   φαρμακωμένο.

Με το θάνατο του Θοδωράκη Γρίβα, οι στάσεις και οι επαναστάσεις των Ακαρνάνων σταμάτησαν… Τα αποσπάσματα όμως, δεν έπαψαν να κυνηγούν το λαό, με το δικαιολογητικά της φοροδιαφυγής και της αντίστασης κατά της αρχής.
Έτσι, τα Ακαρνανικά βουνά γέμισαν και πάλι από αμόρφωτους, ακοινώνητους και φιλοπόλεμους   ληστές, που με το πέρασμα του χρόνου, χάσαν την ιστορική, πολιτική και κοινωνική τους ταυτότητα κι’ απόμειναν ξεκομμένοι, πάνω στους ορεινούς όγκους, σα γιδοβοσκοί και τσοπαναραίοι.
Οι ήρωες αυτοί δεν δικαιώθηκαν ποτέ,,, γιατί το αμάρτημά τους, ήταν πως ήρθαν αντιμέτωποι, με το σκληρό καθεστώς του Οθωνα και το σινάφι των βαβαρών.
Οι καλαμαράδες της εποχής, τους κατέγραψαν όλους σαν προδότες, επαναστάτες και ληστές, με αποτέλεσμα, σε ολόκληρη την Ακαρνανία, να μην υπάρχει σήμερα, ούτε ένα μνημείο, γι’ αυτούς, που έπεσαν πολεμώντας, στου Πέτα και στο Μεσολόγγι, στον Αετό και στ’ Αγγελόκαστρο,,, κι’ όπου γινόταν μάχη.

Τα μόνα που απόμειναν, να ιστορούν την αντροσύνη και την παλικαριά αυτού του λαού, είναι τα τραγούδια, τα κάστρα και οι κούλιες τους, που τα σιγοτρώει ο χρόνος.
                                                                   
Γιώργος  Μπελεσιώτης.
                      
                                     ΒΙΒΛ/ΦΙΑ  Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ήλιος.
                                           Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη.