Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

ΣΤΟΝ ΑΙ-ΓΙΩΡΓΗ ΤΗΣ ΒΟΝΙΤΣΑΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ

Του Άι-Γιωργιού που πέφτει συνήθως την άλλη μέρα του Πάσχα, γινόταν χαμός να βρούμε και μεις τα μικρά κανένα γάιδαρο, να πάμε καβάλα στο εκκλησάκι του, να προσκυνήσουμε. 
Ήταν έθιμο απ τα χρόνια τα παλιά, να πηγαίνει ο κόσμος στο εξωκλήσι αυτό καβάλα στ άλογά του, γιατί ο Άγιος αυτός περ απ το ότι ήταν καλός καβαλάρης, είχε σκοτώσει και το θεριό που -καθώς λέγανε- έτρωγε τις κοπέλες. 
Όταν αντρώσαμε και γίναμε εννιάχρονα - δεκάχρονα παιδιά, έπρεπε να βρούμε και μεις τον τρόπο και να πάμε καβάλα στη χάρη του. 
Τότε όμως, υπήρχε μεγάλη έλλειψη από άλογομούλαρα, γιατί τα είχαν πάρει όλα στο Αλβανικό μέτωπο κι από τότε δε τα ματάδαμε. 
Τα δυο γαϊδούρια που είχαν απομείνει στη γειτονιά μας, ήτανε για να τα κλαις. 
Το ένα γύριζε αδέσποτο στους δρόμους κι έτρωγε χαρτιά και προκηρύξεις σαν να ήτανε φρέσκα μαρούλια και το άλλο ήταν κλεισμένο στη μάντρα του Μαρκαντώνη. 
Η μάντρα αυτή ήταν γεμάτη από φωλιές με σερσέγκια, όπως σας έλεγα πριν και ήθελε προσοχή όταν περνούσες κοντά της. 
Ανέβηκα με προσοχή μια μέρα στη μάντρα αυτή, να κόψω καμιά μέσπλα να φάω, όταν είδα πιο κει κι απ τη μέσα μεριά της μάντρας το γάιδαρο. 
Για πλάκα μάζεψα μια χούφτα μαυλισμένα κουκαλίτσα -απ τα μούσμουλα που έτρωγα- κι όταν του τα πέταξα, έγινε το κακό.
Τράβηξε κι αυτός μια κλοτσά προς τα πίσω και κατά τύχη πέτυχε μια κυψέλη, που ήταν εκεί. 
Σκόρπισε το μελίσσι ολόγυρά του και τον έκανε ταμπούρλο. 
Εγώ τσακίστηκα να εξαφανιστώ πέφτοντας άγαρμπα απ τη μάντρα, πριν με πάρουν σβάρα, μέλισσες και σερσέγκια.
Το άλλο που έτρωγε τα χαρτιά, αδέσποτο και ξεσαμάρωτο καθώς ήταν, του μπήκαμε καβάλα τέσσερα μικρά ανήμερα του Άι-Γιωργιού και με χαρές και τραγούδια, τραβήξαμε για το εκκλησάκι του. 
Μετά από μια περιπετειώδη διαδρομή και φτάνοντας εκεί, κάναμε τους τρις γύρους το εκκλησάκι απ έξω και μετά μπήκαμε και μέσα, όπως τόχαμε συνήθειο. 
Σκάλωσε όμως ο γάιδαρος μέσα και δεν ήθελε με τίποτες να βγει απ την πίσω πόρτα. 
Ήρθαν και τ άλλα γαϊδούρια που κάνανε αρβανάκι γύρω - γύρω την εκκλησιά, κόλλησαν κι αυτά πίσω μας, κι έγινε ο μεγάλος σαματάς. 
Φώναζαν οι άλλοι ούιστ, καθώς ο ένας από μας τράβαγε το κεφάλι του γάιδαρου απ έξω, ενώ τ άλλα τρία, του σπρώχναμε τα καπούλια. Με το που τον βγάλαμε έξω, άρχισαν τα δύσκολα. 
Ο γάιδαρος δεν κουμαντάρονταν με τίποτα. 
Παραπάταγε από εδώ, παραπάταγε από κει, μέχρι που στο τέλος μας άδειασε και τα τέσσερα σ ένα χαντάκι.
Μπάταρε κι αυτός τ ανάσκελα δίπλα μας -σηκώνοντας τα πόδια του ψηλά- και μας άφησε με τη χαρά. 
Δε μπορέσαμε εκείνη τη χρονιά, να πάμε και μεις καβάλα στα σπί-τια των Γιώργηδων που γιόρταζαν, για να τους πούμε τα χρόνια πολλά και να φάμε και κάνα κομμάτι ραβανί, που κέρναγαν. 
Όλα αυτά γίνανε το 1944, όταν οι Γερμανοί μαζεύαν τα μπογαλάκια τους. Φόρτωναν τα κανόνια και τα στρατιωτικά οχήματα σε μαούνες -που ήταν στην παραλία- και τα φούνταραν ανοιχτά στη θάλασσα, ανάμεσα στον Κέφαλο και το Κεφάλι της Παναγιάς.