Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Λεξιλόγιο της περιοχής μας Κ-Λ


Κ
Καταβόθρα= υπόγειο φυσικό άνοιγμα  του εδάφους, με μεγάλο βάθος
Καταή ή καταής = στο έδαφος, κάτω
Καταντιές= τα πλούτη, οι ανέσεις
Καταπέτασμα= το πολύ φαΐ
Κατατόπια= τα ακριβή σημεία ενός τόπου
Καταψιά= γουλιά
Κατεβασιά= η ορμητική ροή νερού
Κατεβατό= κομμάτι του χωραφιού
Κατελώνω= βρωμάω
Κατεπού= προς τα πού
Κατ(ι)μάρι=είδος γλυκίσματος, που φτιάχνεται στο ταψί τις απόκριες
Κατσ(ι)κάδα= η μικρή κατσίκα
Κατσιούλα= η κουκούλα
Καύκαλο= το κρανίο
Κειάφ(ι)=θειάφι
Κθαρ=κριθάρι
Κιαπέ= και λοιπόν
Κλειτσ(ι)νάρι= το λεπτό πόδι
Κομμάρα=η ατονία
Κοντοσβόιρας= ο πολύ  κοντός  άνθρωπος
Κοπελούλα=το κοριτσόπουλο
Κορασίδι=το  ανώριμο  και  κακόσχημο  σκληρό  πεπόνι
Κορκάλι=μικρός  βολβός  κρεμμυδιού  για  τη  μεταφύτευση  του  και  παραγωγή  κανονικού  κρεμμυδιού
Κορύτος=ατόφια  ξύλινη  και  μακρόστενη  ταΐστρα  ή  ποτίστρα  για  ζώα
Κορφίνι=το βρασμένο, πηχτό, γάλα ζώου, το αμέσως  μετά  τη  γέννα
Κοσιά  και  κουσιά=κοφτήρι  αγριόχορτων  σιδερένιο, κυρτό με  μακρύ με  μακρύ στειλιάρη
Κοτάω=τολμώ
Κοτρώνι=η μεγάλη ακατέργαστη  πέτρα
Κοτσιανάτος=ο καλόστεκούμενος  ηίκιωμένος
Κοτς(ι)λιά=το  περίττωμα  πτηνού
Κούλιαρος=ο τελευταίος  στη  σειρά
Κουντρί=ο  μεγάλος  βράχος
Κουρκούτι=είδος  χυλού  με  βρασμένο  στάρι  ή  καλαμπόκι  και  γάλα
Κουρνιαχτός=το σύννεφο  σκόνης  που  παρασύρεται  από  τον  αέρα
Κουτσουβέλι=το μικρό  παιδί
Κοψομεσιάζομαι=υποφέρω  με  πόνους  στη  μέση  από  το  πολύ  σκύψιμο
Κοψοχολιάζω=κατατρομάζω
Κοψοχρονιά=πώληση  σε  πολύ  χαμηλή  τιμή, σχεδόν  χάρισμα
Κρένω=ομιλώ, φωνάζω, κράζω
Κρυογάτς(ου)λο=αυτός  που  κρυώνει  εύκολα,
Κύπρια=είδος  κουδουνιών  για  γίδα  ή μουλάρια κλπ
Κωθώνι=το  παλιόπαιδο
Κωλνά=κλωστή

 Λ

Λαγαρίζω=ξεκαθαρίζω

Λα(γ)ιάζω=ηρεμώ,κοιμάμαι
Λα(γ)οκοιμάμαι=κοιμάμαι  ελαφριά, με  έγνοια
Λακάω=φεύγω  τρέχοντας
Λακρίντι=συνομιλία  ασταμάτητη, κουτσομπολιό
Λανταβός=απρόσεκτος
Λαντρίζομαι= αρρωσταίνω, εξάπτομαι
Λάου, λάου= σιγά-σιγά  και  με  πονηριά
Λαπαρίζω και λαπασαίρνω=καταλαγιάζω
Λαρώνω=ησυχάζω, σταματώ  το  κλάμα
Λαψάνα=λάχανο  των  αγρών
Λεβίθα=σκουλίκι, παράσιτο  των  εντέρων
Λελέκι= το  ψηλόσωμο  και  αδύνατο  άτομο
Λεχάρι= ο  μεγαλόσωμος
Λ(η)τάρι=κοντή  λεπτή  τριχιά
Λιανίζω=κομματιάζω
Λιανόπαιδο=μικρό  παιδί
Λιαταρίζω= κόβω  κάτι  σε  κομμάτια. Δέρνω
Λιβαδιάτικο=το  μίσθωμα  λιβαδιού  για  τη  βόσκηση  από  κοπάδι
Λιγκόνια=κοκκινωπά  μικρά  μυρμήγκια  των  κορμών  των  δέντρων
Λιμασμένος=ο πειναλέος
Λιμοξίφτερο=είδος  αετού
Λιμοψείρα=ο  κοτόψυλλος
Λίμπα=το  βαθύ  πιάτο
Λινάτσα= το  πανί  από  λινάρι
Λιόκριση= η  χρυσή, ο  ίκτερος
Λύσσα=κάτι  το  πολύ  αρμυρό


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΥΤΙΒΗΣ