Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Δέκα ποιήματα της Βασιλικής Πανταζή


Η ποιήτρια που θα σας παρουσιάσω, η Βασιλική Πανταζή, έχει σπουδάσει Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Κοινωνική Εργασία στο Ηράκλειο Κρήτης. Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί σε συλλογικούς τόμους, ενώ τώρα ετοιμάζει την πρώτη της ποιητική συλλογή. Έργα της έχουν βραβευθεί σε εγχώριους και παγκόσμιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Προσωπικά είδα μια ικανότατη πένα. Ευφάνταστα σχήματα λόγου, πρωτότυπες εικόνες, βαθιά νοήματα και συναισθηματική δύναμη χαρακτηρίζουν τη γραφή της. Θα τη γνωρίσουμε μέσα από δέκα ποιήματά της!

Ψίθυροι φωτός
Τα βράδια φαράγγια δύσβατα,
ανήσυχα πλοκάμια θεριεύουν
κι ύστερα το ένα καταπίνει το άλλο.

Μαχαιριές μοιρασμένες άδικα
κι οι μονομάχοι πλήθος υπνοβάτες
στη σύγχυση του σκότους.

Στου χρόνου την κεντιά
στοιχειωμένη ανάσα
κελαηδά ο φόβος,

πληγή στις μασχάλες της σιωπής.

Την αληθινή σου συχνότητα
αναμοχλεύω, σμιλεύω κραυγές,
συνθέτω νότες σε άνεργο πεντάγραμμο

κι η φόδρα της νύχτας να με στενεύει πάντα.

Ανοίγω τα μάτια με τους πρώτους ψιθύρους του φωτός
και τους αποθηκεύω στις τσέπες της πένας μου.

Χαραμάδα ψυχραιμίας

Με γεύσεις ανθρωπιάς
παραγγέλνω τις μέρες μου,

λέξεις στρώνω
στις στράτες μου,

παραμονεύω
την αύρα του χρόνου,

σχεδιάζω επιφυλακτικά
αθάνατα μονοπάτια
στο κορμί
θνητών υποσχέσεων.

Απ’ τη χαραμάδα
της ψυχραιμίας μου
ανασύρω
το γενναίο ίσκιο μου,
στρατολογώ
τους λιποτάκτες εαυτούς μου,

κορφολογώ
το αόριστο αύριο.

Πες μου πού κρύβεσαι Θεέ μου

Πες μου πού κρύβεσαι Θεέ μου
κι έχεις αφήσει για τον κόσμο
το πολύ.

Γεννηθήκαμε ανάλαφροι,

υπέρβαροι τώρα
νοσταλγούμε τα λιγότερα.

Στο θίασο της αλήθειας
σπαρταράμε
τάχα ανήξεροι
για τα όσα διαπράξαμε.

Οι μέρες αχτένιστες
σωριάζονται
στο στήθος μας.

Δεν υπάρχουν σύνορα τώρα

τα επείγοντα διανυκτερεύουν
σε επικίνδυνη τροχιά.

Κι ο ποιητής
χωμένος κι αυτός
στο πολύ μελάνι του
αδημονεί
να βγει στην επιφάνεια.

Ανηφόρες
με δυσανάγνωστα σύμβολα
οι στράτες.

Πες μου πού κρύβεσαι Θεέ μου
δίνω σε Σένα το πολύ.

Θα ξανάρθουν οι χοροί

Θα ξανάρθουν οι χοροί,
πινελιές ανοιξιάτικες
οι ανάσες μας
θα διώξουν το χιόνι.

Έφηβος θα ξαναγίνει ο καιρός
με λαδωμένα τα γρανάζια
να συνδαυλίσει την ελπίδα
στο στήθος της επανεκκίνησης.

Στις επάλξεις της ανθρωπιάς
θα ξαναγίνει η μοιρασιά.

Έρχονται καιροί

Έρχονται καιροί
που οι άνθρωποι
στρατοπεδεύουν
στις χούφτες της τύχης,

οι αλήθειες
έχουν ένα σκληρό τρόπο
να επιβάλλονται,

οι συντεταγμένες
των νοημάτων
αναθεωρούνται,

οι ίδιες λέξεις
έχουν πιο πολλά να πουν.

Έρχονται εποχές
που η ανάγκη της σιωπής
είναι επιτακτική,

έρχονται μέρες
που οι ωροδείκτες
ξαγρυπνούν
για να μην κοιμηθεί ο χρόνος.

Έρχονται δευτερόλεπτα
που μοιάζουν αιωνιότητα
στη γλώσσα του σύμπαντος.

Φθόγγοι της θάλασσας

Αχινοί κολλημένοι
σε υφαλοκρηπίδες
επίκαιρων
και διαχρονικών σκοπέλων
οι γεύσεις του Νοέμβρη.

Οι φθόγγοι της θάλασσας
ανάλατοι.

Χύνεται το Φθινόπωρο
φωτιά στα καλντερίμια.

Λεγεώνες κραυγές
κονταροχτυπιούνται
στων ποιητών τα τρίσβαθα.

Στο προαύλιο του χρόνου
άοσμα συναυλίζονται
οι μέρες κι οι νύχτες.

Στραγγίζουν οι στιγμές

παγωμένες οι ανάσες του ήλιου

στους συνομήλικους βράχους
της ακρογιαλιάς

ξεβράζουν τα κύματα
το δίκιο της θάλασσας.

Σιωπή

Γλώσσα νοηματική
η σιωπή μου

σπαρταρά
σε ραγισμένες αλήθειες

κι ανίκητα ψέματα.

Βραχνιασμένα τα φωνήεντα
σκουριασμένα τα σύμφωνα
μαχαιρώνουν
τις αγέννητες προτάσεις μου
σε αόρατους βωμούς
και φανταστικές διαδηλώσεις.

Μνημείο γλάρων

Με παγωμένα φωνήεντα
και ψυχρά χρώματα
ντύνω επιδέξιες κραυγές.

Σε μεθυσμένες υποσχέσεις
και λαβωμένα μηνύματα
ευελπιστεί
το εκρηξιγενές αύριο.

Βάρκες και σκαριά γερασμένα
χαριεντίζονται
στη μασχάλη του λιμανιού
παρακμάζουν στο αιχμηρό τώρα.

Συνδιαλέξεις λογής σουλατσάρουν

κι ο φάρος πάντα σβηστός.

Οι άνεμοι διαλαλούν
τις πραμάτειες τους
κι ο γονδολιέρης
αφήνει την τελευταία του πνοή
στο μνημείο των γλάρων.

Αχόρταγες πτήσεις

Η κούπα του ορίζοντα
ξαπλώνει απρόσεχτα σήμερα
αδειάζοντας άναρχες αποχρώσεις
στα ατλάζια του μέλλοντος
κι άτακτες διαθέσεις
στη γραφίδα της πένας μου.

Λικνίζεται τούτο το λιόγερμα
κι εγώ βαπτίζομαι
στο μαγευτικό μελάνι του
να ξορκίσω τα απρόσμενα.

Αχόρταγες οι πτήσεις μου
ακροβατούν
σε ασμίλευτες κορφές.

Άγρια η συνομιλία μου
με την ορμή του ανέμου
που ανακυκλώνει τις μνήμες.

Ξεπουλώ την πραμάτεια μου
σε άχραντες ρωγμές

στροβιλίζομαι
θάλασσα γυμνή
για ατέλειωτο ταξίδι.

Αχινοί

Η θάλασσα με έλκει με τραβά,
το χρώμα της ποτέ δεν είναι ίδιο,
είναι εκείνο του ουρανού
που με αγκαλιάζει
είπε το αστέρι.

Δεν μου ταιριάζει εμένα η βροχή
μα η θάλασσα με τρέφει,
γίνομαι πουλί και κελαηδώ
κι η αύρα μου χαράζει.

Όταν αστράφτει μιλώ με αχινούς,
ακόμα κι όταν τρέμει το λιοπύρι,
στα δάχτυλά μου τους νταντεύω

κι αρχινούν ερωτικό σεργιάνι στις παλάμες,
ύστερα πάλι μες στο νερό γυρνούν
κι αναπαύονται στων βράχων τις μασχάλες.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η Βασιλική Πανταζή σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Κοινωνική Λειτουργός στο Ηράκλειο της Κρήτης. Έργα της έχουν φιλοξενηθεί σε συλλογικούς τόμους, ανθολογίες και λογοτεχνικούς ιστότοπους. Η πρώτη της ποιητική συλλογή βρίσκεται υπό έκδοση. Ποιήματα και ποιητικές συλλογές της έχουν βραβευτεί σε Πανελλήνιους και Παγκόσμιους Διαγωνισμούς. Εργάστηκε σε ιδιωτικούς και δημόσιους παιδικούς σταθμούς και στη συνέχεια ως διοικητικός υπάλληλος και ληξίαρχος στην τοπική αυτοδιοίκηση, από όπου αποχώρησε οικειοθελώς με το βαθμό της δ/ντριας διοικητικών υπηρεσιών. Διαμένει μόνιμα με την οικογένειά της στην Πάλαιρο Αιτωλ/νίας.
https://ennepe-moussa.gr/