Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Tα οικονομικά της γιαγιάς μου – Τα γίδια κουρεύουν, όχι τα δάνεια!

Μου αρέσει να λέω πως όταν εξηγείς κάτι σε κάποιον, πες το με λόγια που θα τα καταλάβαινε και η γιαγιά σου, αλλιώς μάλλον δεν το έχεις καταλάβει ούτε εσύ καλά.
Οι γιαγιάδες μου μας άφησαν πριν πολλά χρόνια, όμως το παραπάνω μου αρέσει τόσο, που το συνεχίζω σαν άσκηση, κάνοντας φανταστικούς διαλόγους με αυτές (εναλλάξ για να μην τις απασχολώ και πολύ εκεί που βρίσκονται).

Τελευταία, διαβάζω πολλά άρθρα που προσπαθούν να αποδείξουν ότι το χρέος μας είναι αδύνατο να εξοφληθεί (;) και ότι πρέπει οπωσδήποτε να το στείλουμε για κούρεμα. Η ιδέα αυτή δεν μου αρέσει, θεωρώ ότι δεν ταιριάζει σε μία υπερήφανη και κυρίαρχη χώρα, και σε τελευταία ανάλυση, αν είναι να χρεοκοπήσουμε το 2016, δεν καταλαβαίνω γιατί δεν το κάναμε από πέρυσι. Θα είχαμε γλυτώσει από ένα σωρό φασαρίες, ψυχοπλακώματα, διαφωνίες …
Θα είχαμε πάρει την κρυάδα μας, αλλά τώρα θα ήμασταν ήδη σε τροχιά απόλυτης συνειδητοποίησης του προβλήματος, θα είχαμε ξεχάσει τι είναι τα «κεκτημένα» και η ΓΕΝΟΠ, ενδεχομένως θα είχαμε ξεχάσει και τον ΓΑΠ, τον Παπουτσή και τον Πάγκαλο, θα είχαν μάλλον γίνει και εκλογές και ίσως να είχαμε και μία πιο σταθερή κυβέρνηση.
Τέλος πάντων, μην σας ζαλίζω με υποθέσεις, οι πρόσφατοι υποστηρικτές της ιδέας αυτής προσπαθούν να δείξουν ότι υπάρχουν τρόποι, το «κούρεμα» να μην θεωρηθεί «πιστωτικό γεγονός».
Τώρα, το πώς κατάφεραν να κάνουν και τη λέξη «γεγονός» να δείχνει κακή, αυτό είναι μία άλλη ιστορία, που ίσως να μας την εξηγούσε ο Όργουελ αν ζούσε ακόμη.
Προσπάθησα να εξηγήσω τις θεωρίες αυτές στη γιαγιά μου την Ελένη, αλλά δεν κατάλαβε τίποτα. «Για κάτσε εγγονέ», μου απάντησε, «γιατί δεν τα βάζουμε κάτω σε ένα χαρτί;»
Τα βάλαμε στο χαρτί και ακούστε το διάλογο που είχαμε, ενώ γράφαμε και τα νούμερα στο χαρτί:
Γ. Το χρέος σας είναι 350.000.000.000 ευρώ;
Φ. Ναι, πάνω κάτω, μπορεί και πιο πάνω έτσι όπως πάμε
Γ. Και το κράτος εισπράττει κάθε χρόνο περίπου 50.000.000.000 και ξοδεύει 75.000.000.000;
Φ. Περίπου
Γ. Επειδή τα νούμερα είναι μεγάλα, σε πειράζει να κόψουμε μερικά μηδενικά; 
Φ. Όχι βρε γιαγιά, αυτό θα με πειράξει;
Γ. Ωραία, επειδή από κρατικές υποθέσεις δεν ξέρω, θα λέμε ότι πρόκειται για σένα.
Βγάζεις 50.000 το χρόνο, ξοδεύεις 75.000 και χρωστάς και 350.000 από ένα στεγαστικό, εντάξει;
Φ. Για συνέχισε
Γ. Ας ξεκινήσουμε από τα απλά: Πρώτον, θα κόψεις τα έξοδα, γιατί δεν γίνεται να ξοδεύεις πιο πολλά από όσα βγάζεις.
Φ. Εντάξει, αυτό γίνεται, δεν το κάνουν αλλά γίνεται.
Γ. Δεύτερον, εκείνα τα κτήματα που σου άφησα στο χωριό, ιδίως εκείνο το μεγάλο που ο παππούς σου το έλεγε «αεροδρόμιο«, εσύ δεν το χρησιμοποιείς, πούλα το.
Φ. Να ψάξω να βρω αγοραστή δηλαδή;
Γ. Να βρεις, αλλά όχι έναν μόνο, μην είσαι κορόιδο, θα πιάσει λιγότερα και θα σε ρίξει και ο μεσίτης.
Αυτό μπορεί να κοπεί σε οικόπεδα και να πουληθεί πιο ακριβά. Έχει θέα, θάλασσα, καθαρό αέρα, είναι δίπλα στην πόλη, τέτοιο κτήμα δεν υπάρχει άλλο στην περιοχή, όσο και να ψάξεις. Βάλε το στο σχέδιο, πούλα το σαν οικόπεδα πολυτελείας, θα πιάσει πάνω από 50.000. Και από τα άλλα τα μικρά τα χτήματα, μπορεί να βγουν άλλες 10.000 τουλάχιστον.
Φ. Γράφω εγώ γιαγιά, για συνέχισε. 
Γ. Τρίτον έχεις και κάτι εταιρείες που δεν τις ελέγχεις με τις σκοτούρες που έχεις, άσε που οι περισσότερες σε βάζουν μέσα χειρότερα. Πούλα τες.
Φ. Είναι πεσμένη η αγορά τώρα γιαγιά, δεν θα πιάσουν τίποτα.
Γ. Μην τις πουλήσεις αμέσως, άσε να πιάσουν καλύτερη τιμή αν νομίζεις ότι έτσι θα γίνει. Αλλά αυτές που σε βάζουν μέσα κλείσε τις να μην πληρώνεις μισθούς και έξοδα, και πούλα τα μηχανήματά τους, τα κτίρια, ότι μπορεί να πουληθεί. Τι τα θες εσύ τα τραίνα; Αφού δεν είσαι της δουλειάς; Κράτα τους σταθμούς βρες άλλους της δουλειάς, να αγοράσουν τα τραίνα, να βάλουν και καινούργια και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους να το χαρεί και ο κόσμος. Για βάλε τα κάτω στο χαρτί, να δούμε τι μπορείς να πιάσεις.
Φ. 10.000 θα τα πιάσω, γιατί είναι και άλλα. 
Γ. Ωραία, βάλε και 50.000 από το αεροδρόμιο και 10.000 από τα άλλα, σύνολο 70.000. Αυτά θα τα δώσεις στην Τράπεζα για να τους δείξεις ότι δεν είσαι μπαταχτσής. Και για να μη σε βιάζει η Τράπεζα να τα πουλήσεις, θα της πεις να σου στείλει αυτή 2-3 συμβούλους, να σε βοηθήσουν στο πούλημα. Το κατάλαβες αυτό;
Φ. Τι τους θέλω αυτούς βρε γιαγιά, για δερβέναγες στο κεφάλι μου;
Γ. Όχι βρε κορόιδο, αυτοί θα βλέπουν ότι με λίγη καθυστέρηση μαζεύονται περισσότερα λεφτά, θα το λένε και στην Τράπεζα και θα έχεις την ησυχία σου. Άσε που με τις γνωριμίες τους, μπορεί να σου βρουν και τίποτα αγοραστές.
Φ. Ναι, αλλά η Τράπεζα θα βιάζεται να πάρει λεφτά, ας είναι και λιγότερα 
Γ. Πάλι θα σε πω κορόιδο. Η Τράπεζα τα έχει για χαμένα όλα. Αν αντί να πάρει 30.000, πάρει 70.000, δεν την πειράζει να περιμένει και λίγο. Θα ακούσει τους συμβούλους της.
Φ. Και άμα οι σύμβουλοι είναι λαμόγια και τα πουλήσουν όσο – όσο?
Γ. Εσύ θα πουλάς, όχι οι σύμβουλοι. Οι σύμβουλοι συμβουλεύουν. Και άμα είναι λαμόγια, ζήτα από την Τράπεζα να σου στείλει άλλους. Νομίζεις ότι έχει συμφέρον η Τράπεζα να σου στείλει λαμόγια; Λεφτά θέλει η Τράπεζα, δεν θέλει να πλουτίσουν τα λαμόγια. Και μη μου μιλάς για λαμόγια, γιατί μου θυμίζεις αυτούς τους χαραμοφάηδες που σε τριγυρνάνε τόσα χρόνια.
(Εδώ τα πήρε η γιαγιά.)
Φ. Εντάξει γιαγιά, τα λαμόγια τα δικά μου τα ξέρω πια, θα τα διώξω, θα βάλω και μερικούς φυλακή για να βλέπουν όλοι ότι δεν παίζω, μην τσαντίζεσαι.
Γ. Άντε μπράβο. Συνεχίζω εγώ, γράφε εσύ. Βγάζεις 50.000, μείωσες και τα έξοδα στις 50.000 πες, μία η άλλη.
Φ. Ναι αλλά το χρέος παραμένει. 350.000 – 70.000 = 280.000, πάλι πολλά είναι βρε γιαγιά. Μήπως πρέπει να το κουρέψουμε;
Γ. Τα γίδια κουρεύουνε, όχι τα δάνεια. Συνέχισε να γράφεις και ευτυχώς που δεν έχω πίεση τώρα πια.
Φ. Γράφω, μην τσαντίζεσαι, θα μας ακούσει κι ο … Άγιος Πέτρος.
Γ. Τέταρτον: Πρέπει να δίνεις στην Τράπεζα 10-10 να μειώνεις το κεφάλαιο. 10.000 κάθε χρόνο είναι καλά.
Όχι αμέσως, από τον 3ο-4ο χρόνο και μετά, θα πάρει 70 μαζεμένα μέχρι τότε. Για να μη σου πω και λιγότερα. Δεν χρειάζεται περισσότερα. Άμα η Τράπεζα σιγουρευτεί ότι μπορείς να τα δίνεις, δεν την πειράζει να είναι λίγα – λίγα. Για να γίνει αυτό πρέπει να αυξήσεις τα έσοδα.
Φ. Και πώς θα αυξηθούν βρε γιαγιά τα έσοδα; Η χώρα θαύμα της Ευρώπης θα γίνω;
Γ. Άσε τις χώρες και τις Ευρώπες, για σένα λέμε. Γιατί να μη γίνεις; Δεν έχεις χωράφια που είναι καλά; Τι σου άφησε ο πατέρας σου, που τα είχε κι αυτός από τον παππού σου; Δεν έχεις εκείνα τα δωμάτια που νοικιάζεις σε τουρίστες; Δεν κόβει το μυαλό σου να φτιάξεις και καμιά βιοτεχνία που τα διέλυσες όλα;
Φ. Ναι βρε γιαγιά, αλλά αυτά θέλουν και λεφτά. Κεφάλαια φρέσκα για επενδύσεις.
Γ. Άκου τώρα το «μυστικό». Η Τράπεζα, αν της το ζήταγες, θα το δεχόταν το «κούρεμα» που λες. Δεν θα σου εξηγήσω το γιατί, είναι πολλοί οι λόγοι. Αλλά έτσι κάνουν οι Τράπεζες, αν δουν ότι δεν γίνεται αλλιώς. Δεν θέλει να χρεοκοπήσεις.
Φ. Ναι αλλά αν δεχτεί το κούρεμα, θα έχουμε λέει «πιστωτικό γεγονός».
Γ. Εσείς εγγονέ μου, κάνατε και το «γεγονός» να ακούγεται σαν κακιά λέξη. Άσε τα «πιστωτικά γεγονότα» λέγε το χρεωκοπία, λέγε το «πτώχευση» αν θες, να καταλαβαίνει και ο κόσμος. Ξέχασέ το, γιατί ούτε στον μπακάλη δεν θα μπορεί να πηγαίνει η γυναίκα σου.
Φ. Και πώς θα γίνει;
Γ. Θα συνεννοηθείς με την Τράπεζα, αντί να σου κόψει π.χ. 150.000, να βρουν έναν τρόπο τα αφεντικά της, να σου δίνουν 10.000 το χρόνο για επενδύσεις. Με τα λεφτά αυτά θα μορφώσεις καλύτερα τα παιδιά σου, τους εργάτες σου, θα φτιάξεις το δρομάκι που πάει κάτω στην παραλία, «υποδομή» που λες κι εσύ.
Και την Τράπεζα μπορεί να την ψήσεις, να σου δώσει και λίγο περισσότερα στην αρχή.
Μην τα ξοδέψεις αυτά κακομοίρη μου, όπως έκανες παλιά, θα τα επενδύεις σωστά, έτσι ώστε τα έσοδα να πάνε από τις 50.000 στις 75.000 και να έχει κι ο κόσμος δουλειά, να ξαναπροσλάβεις κι εκείνο το Γιωργάκη της Σταματίνας, και τη Μαρία του κυρ Νικόλα, που ήταν καλά παιδιά, κι εσύ τα απέλυσες για να κρατήσεις τον τεμπέλη τον Θεόδωρο, που καθόταν και νόμιζε ότι το μισθό του τον έδινε ο Θεός, λες και του χρώσταγε, ήμαρτον θεούλη μου. Να ανοίξουν οι δουλειές σου πάλι, να βρει δουλειά κι ο τεμπέλης, άμα έβαλε μυαλό.
Φ. Σαν καλό φαίνεται
Γ. Καλό είναι. Εσύ να έχεις σα στόχο να βγάζεις 65.000 αντί 50.000. Να δίνεις 10.000 στην Τράπεζα, να σου μένουν και 5.000, να περνάς καλύτερα. Να φτιάξεις το σπίτι σου, να κοιτάξεις την υγεία σου, να πας και καμιά εκδρομή γιατί δεν μπορώ να σε βλέπω από δω πάνω να μαραζώνεις.
Εσύ ήσουνα καλό παιδί και άρχοντας!
Φ. Τέτοια μου λες γιαγιά και μ΄ ανεβάζεις.
Γ. Εμ, κοιτάω η κακομοίρα να σε παινέψω και λίγο, να σε ανεβάσω που λες κι εσύ, γιατί χωρίς κέφι, δουλειά δε γίνεται.
Φ. Και δεν μου λες ρε γιαγιάκα, μια τελευταία απορία. Αν ας πούμε, τον πρώτο χρόνο, δεν περισσέψουν 15.000 αλλά 5.000, τι κάνουμε;
Γ. Αντί να δώσεις 10 και να κρατήσεις 5, θα δώσεις 3-4 και θα κρατήσεις 1-2.
«Από το ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα» θα πεις της Τράπεζας. Δούλευε εσύ, να σε βλέπουν να προκόβεις και μη σε νοιάζει, δεν θέλουν το κακό σου.
Και όσο λιγότερο ασχολούνται με σένα, άμα το πράγμα κυλάει, τόσο το καλύτερο θα είναι για όλους.
Αυτά που σου είπα, να τα πεις και στους φίλους, έτσι ακριβώς όπως σου τα είπα. Κι άμα έχουν απορίες, πες τους να ρωτήσουν εμένα !!!
ΥΓ. Έτσι ακριβώς μου τα εξήγησε η γιαγιά μου και ό,τι δεν καταλάβατε, ρωτήστε τη.
Και να μην το ξεχάσω: Αφού αποχαιρετηθήκαμε και έβλεπα την εικόνα της να σβήνει, ακούω ξαφνικά μια φωνή:
Εγγονέ, είπαμε πολλά και παραλίγο να ξεχάσω να σου πω για τα πετρέλαια και τα αέρια.
Έχεις πολλά και είναι πολλά τα λεφτά που θα βγάλεις από αυτά.
Αλλά βάστα στην άκρη 2-3.000 το χρόνο, και πάρε καινούργια ΔΙΚΑΝΝΑ. Βάλε και συρματοπλέγματα καινούργια, γιατί εκείνος ο γείτονάς σου ο Αλής τα καλοβλέπει για πάρτη του.
Και ξέχνα και τις χαζοπαρέες με τους Γιασέρ και τους Χαμαλήδες.
Εμπιστεύσου τον άλλο τον Εβραίο τον Άμπη, που έχει το οικόπεδο από την άλλη μεριά της θάλασσας, και τον άλλο τον Τζο τον Αμερικάνο που ενδιαφέρεται και είναι και τσαμπουκάς.
Όχι γιατί σε αγαπάνε, δεν με νοιάζει αν σε αγαπάνε ή αν σε ζηλεύουν, αλλά γιατί έχουνε κοινό συμφέρον με σένα.

Αυτά ακριβώς μου είπε η γιαγιά
Για την αντιγραφή

Ο φίλος σας Φώτης Σαραντόπουλος
gdailynews