Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Οι καραγκιοζοπαίχτες από την Αιτωλοακαρνανία! Αυτοί που έφυγαν κρατώντας το έθιμο του Καραγκιόζη σε όλα τα μήκη και πλάτη του νομού…

Στην ειδική έκδοση της ηλεκτρονικής εφημερίδας «Ο Καραγκιόζης μας» με τα βιογραφικά των ανθρώπων του ελληνικού και κυπριακού θεάτρου σκιών, γίνονται αναφορές σε Αιτωλοακαρνάνες καραγκιοζοπαίχτες που κράτησαν την παράδοση και σκορπούσαν χαμόγελα εκείνες τις χαλεπές εποχές.
Η σύνταξη των βιογραφικών βασίστηκε αφενός στην υπάρχουσα βιβλιογραφία γύρω από την τέχνη του θεάτρου σκιών και αφετέρου στη σχετική λίστα από το βιβλίο «Καραγκιόζης» ο πρόσφυγας του Αθανασίου Φωτιάδη.
Το iAitoloakarnania.gr σας παραθέτει με αλφαβητική σειρά τους καραγκιοζοπαίχτες από την Αιτωλοακαρνανία:
Αγαπητός Βασίλειος ή Ζεστός (1870-1941)
Ο Βασίλης Αγαπητός ή Ζεστός καταγόταν (κατά την
επικρατέστερη εκδοχή) από το Νιοχώρι της Αιτωλοακαρνανίας. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η συμβολή του στον εξελληνισμό του Οθωμανικού Καραγκιόζη, εξαιτίας της μαθητείας του κυρίως στον Μίμαρο αλλά και σε ορισμένους καραγκιοζοπαίχτες της Ηπειρώτικης Σχολής (Βασίλη Τσιλιά και Λιάκο Πρεβεζάνο).
Η παραπάνω καλλιτεχνική συμβολή του Αγαπητού επιβεβαιώνεται και από τον Ορέστη, ο οποίος τονίζει ότι ο Ζεστός «έπαιζε έναν καραγκιόζη κωμικό, με λεπτό χιούμορ χωρίς πολλούς ξυλοδαρμούς και αγριότητες».
Ως επώνυμό του αναφέρεται το «Καλλίμαχος». Το «Αγαπητός» είναι το παρατσούκλι που κρατήθηκε τελικά ως επίθετό του, αντικατοπτρίζοντας όμως και τον «αγαπητό» χαρακτήρα του, όπως συμπληρώνει χαρακτηριστικά ο Ορέστης: 
«Αδύνατος και μικροκαμωμένος, ευγενικός με λεπτά χαρακτηριστικά, ψιλή και ντροπαλή φωνή, φορούσε πάντα καθαρά ρούχα και απαραίτητα το γελεκάκι του και ένα τσόχινο καβουράκι που το ’χε από την εποχή της δόξας του, τότε που έπαιζε στο πλευρό του Μίμαρου». 

Ήταν γνωστότερος ως «Ζεστός». Κατά τον Καΐμη, ονομαζόταν Ζεστός «εξαιτίας του πολύ θερμού παιξίματός του». Επικρατέστερη όμως είναι η άποψη του Ορέστη ότι ονομάστηκε Ζεστός, «γιατί έπινε, χειμώνα καλοκαίρι, ζεστά, τσάγια και χαμομήλια». Σύμφωνα και με τον Ιορδάνη Παμπούκη, το παρατσούκλι αυτό «του το κόλλησε ο δάσκαλός του Μίμαρος, γιατί έπινε Ιούλιο μήνα, τσάι ζεστό, καυτό».
Ο Βασίλης Αγαπητός πέθανε, το 1941, κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Την ίδια χρονιά, πέθανε και ο Δημήτρης Πάγκαλος, με τον οποίο είχε συνεργασία και βαθιά φιλία (παρά το αντίθετο των χαρακτήρων τους). Οι δυο τους (και κάπως περισσότερο ο Πάγκαλος) φέρονται να είναι οι βασικοί πληροφοριοδότες του Τζούλιο Καΐμη για τον Μίμαρο, όταν ο Καΐμη ερευνούσε την τέχνη του Καραγκιόζη κατά τα χρόνια του Μεσοπολέμου
στην πόλη της Πάτρας.
Άκης (Γιωργάκης)
Καταγόταν από την Αμφιλοχία. Κατά τον Τάκη Λάππα, ο (αγνώστου επωνύμου) Άκης ήταν συγγενής του Ρούλια. Είχε γεννηθεί λογικά πριν το 1900, γιατί ήταν 5-6 χρόνια πιο μεγάλος από τον Λάππα (1904-1995). Όταν ο Άκης έφυγε για την Αμερική, τα ίχνη του χάθηκαν. Τις σημειώσεις του τις άφησε στον Λάππα, ο οποίος (πριν τις αξιοποιήσει ο ίδιος) τις εμπιστεύθηκε στον Κώστα Μπίρη.
Αρσενίου Θωμάς
Καταγόταν από την Αμφιλοχία. Συγκαταλέγεται στους φορείς της ηρωικής παράδοσης του ηπειρώτικου Καραγκιόζη. Δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα στον ευρύτερο χώρο της Αιτωλοακαρνανίας. Οι μικροί θεατές πείραζαν και προσφωνούσαν τον Αρσενίου, φωνάζοντας «Άει Τομά!».
Βασιλείου Θεόδωρος
Η καταγωγή του ήταν από τα Ελληνικά Μεσολογγίου και έγινε γνωστός στην ευρύτερη περιοχή με το ψευδώνυμο Καραγκιόζος.
Βρατσίστας Θωμάς
Καταγόταν από το Αγρίνιο. Ήταν μαθητής κυρίως του Βασίλαρου και δευτερευόντως του Μπέκου. Δραστηριοποιήθηκε κυρίως στη Δυτική Στερεά Ελλάδα.
Ζάχος Χριστόφορος
Καταγόταν από το Αγρίνιο και ανήκει στην ηπειρώτικη παράδοση του Καραγκιόζη. Συνεργάστηκε με πολλούς καραγκιοζοπαίχτες, όπως π.χ. με τον Βασίλαρο, τον Χρήστο Πατρινό κ.ά..
Κίτσης Νικόλαος
Τον φώναζαν Άρη και ήταν από το Αγρίνιο όπου και ψυχαγωγούσε την πόλη και τα γύρω χωριά.
Κουλούρης Αγαμέμνων ή Μένιος (;-1910)
Καταγόταν από την Αμφιλοχία. Ήταν μαθητής του Ηλία και ανήκει στους εκπροσώπους της Σχολής του Καραγκιόζη. Δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά κατά το δεύτερο μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα στην Αθήνα και κατά κύριο λόγο στην δυτική Ελλάδα (Ήπειρο, Πελοπόννησο, Στερεά) και μέχρι περίπου το 1910, έτος κατά το οποίο πιθανότατα πέθανε.
Του αποδόθηκε (εσφαλμένως) και το παρατσούκλι «Μέμος» με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση του Κουλούρη με τον Μέμο Χριστοδούλου. Η σύγχυση ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες ξεκαθαρίστηκε χάρη στον Χαρίλαο Πετρόπουλο, ο οποίος (κατά τον Δημήτρη Μόλλα) τους είχε γνωρίσει και τους δύο. Κατά συνέπεια, στον Αγαμέμνονα-Μένιο Κουλούρη (και όχι στον Μέμο Χριστοδούλου) πρέπει λογικά να αναφέρεται ένα αξιοσημείωτο αθηναϊκό δημοσίευμα των αρχών του Εικοστού αιώνα (1901), με το οποίο διαφημίζεται ο ερχομός του «Μένιου» στο θεατράκι του Ρούλια στην Αθήνα, ως «εξ Ιωαννίνων αφικόμενος».
Μέμος Χριστοδούλου (;-1925)
Καταγόταν από το Αιτωλικό. Ήταν μαθητής του Ηλία και θεωρείται «θεμελιωτής» της ηπειρώτικης παράδοσης στην Θεσσαλία και στην Μακεδονία. Από την Αιτωλοακαρνανία μετακινήθηκε στην Αθήνα και από εκεί ανηφορίζει για την περιοχή της Θεσσαλίας, όπου αναπτύσσει την κύρια καλλιτεχνική του δραστηριότητα με ορμητήριο την πόλη του Βόλου, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα (από το 1902 μέχρι και το 1925, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του τότε θεσσαλικού τύπου). Οι μαθητές του (όπως π.χ. ο Παπαργύρης, ο Χαρίλαος Πετρόπουλος κ.ά.) δραστηριοποιήθηκαν καλλιτεχνικά κυρίως στις περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.
Σύμφωνα με διηγήσεις θεατών από τις παραστάσεις του Μέμου, «ήταν πολύ ονομαστός, ο Μέμος, τον οποίον εμείς λατρεύαμε όταν ήμαστε παιδιά, με τα χονδρά του αστεία, που εμάς μας άρεσαν, δεν ήταν αισχρά. (…) Κανονικό ανάστημα, όχι χοντρός, όχι ψηλός, ούτε κοντός. Πρέπει ο Μέμος να έμενε στον Βόλο κάπου ανάμεσα Γαζή και Ιωλκού». Ο Μέμος ανήκει (κατά τον Δημήτρη Μόλλα) στους λεγόμενους «μυθιστορικούς καραγκιοζοπαίχτες», ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι επί χρόνια υπήρχε σύγχυση ανάμεσα στον Μέμο Χριστοδούλου και τον Αγαμέμνονα Κουλούρη, κάτι που ξεκαθαρίστηκε τελικά από τον Χαρίλαο Πετρόπουλο, ο οποίος τους είχε γνωρίσει και τους δύο.
Μπασιάκος Χαρίλαος
Καταγόταν από την Αμφιλοχία. Ήταν μαθητής του Ηλία και φορέας της Ηπειρώτικης Σχολής. Δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα κυρίως στην Αιτωλοακαρνανία.
Ράμμος Φώτης (1920-1992)
Καταγόταν από την περιοχή της ανατολικής Αιτωλοακαρνανίας (ή της Φωκίδας). Πέρα από την καλλιτεχνική του δραστηριότητα, (ως καραγκιοζοπαίχτης που «έπαιζε Καραγκιόζη σε στυλ Μίμαρου»), διακρίθηκε επίσης για τη συμβολή του «στην εξέλιξη του σκηνικού στον Καραγκιόζη», όπως αναφέρει ο Μίμης Μόλλας. Συνεργάστηκε με πολλούς μεγάλους καραγκιοζοπαίχτες, όπως π.χ. με τον Βασίλαρο, τον Χαρίδημο και τον Ορέστη. Ο Ορέστης μάλιστα αφηγείται ότι «ψάχνοντας για ζωγράφο, από την καλή μου τύχη βρήκα τον καλύτερο. Υπήρχε τότε ο Φώτης Ράμμος, εξαιρετικός ζωγράφος που είχε δουλέψει με το Βασίλαρο». Πέθανε στα μέσα της δεκαετίας του 1990.
Ρούλιας Γιάννης (περίπου 1855-1905)
Η ζωή του Ρούλια ενέπνευσε τον Γιάννη Βλαχογιάννη, ο οποίος στη νουβέλα του «Της Τέχνης τα Φαρμάκια» έχει ως πρωταγωνιστή του τον καραγκιοζοπαίχτη «Φούλια» (αντί για Ρούλια). Κάτι παρόμοιο επαναλήφθηκε και στη βραβευμένη μυθιστορηματική βιογραφία «Οι περιπλανήσεις ενός καλλιτέχνη», ηοποία δημοσιεύτηκε σε δώδεκα συνέχειες στην εφημερίδα του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών «Ο Καραγκιόζης μας».
Ο Ρούλιας καταγόταν από την Αμφιλοχία. Ανήκει στους σημαντικότερους εκπροσώπους της Ηπειρώτικης Σχολής του Καραγκιόζη. Πρόλαβε να παρακολουθήσει παραστάσεις του γέροντα Ιάκωβου, αλλά μαθήτευσε κυρίως κοντά στον Ηλία, ο οποίος ήταν ο σημαντικότερος μαθητής του Ιάκωβου. Δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά αρχικώς για πολλά χρόνια στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και γενικότερα στην δυτική Ελλάδα, συνεργαζόμενος μάλιστα και με τον Δημήτρη Σαρδούνη, ενώ θεωρείται ο βασικός εμπνευστής της φιγούρας του ορεσίβιου Μπαρμπαγιώργου.
Η καλλιτεχνική του καριέρα συνεχίστηκε κατόπιν με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα, όπου (σύμφωνα με την έρευνα του Θεόδωρου Χατζηπανταζή) διέπρεψε με τις ηρωικές παραστάσεις του και γενικότερα με την κουλτούρα της ηπειρώτικης παράδοσης, την οποία μετέφερε στην πρωτεύουσα. Έχοντας ως ορμητήριό του το θεατράκι του στην οδό Σταδίου, ήταν ασύγκριτος «σε κύρος και δημοτικότητα» κατά τη δεκαετία του 1890, επιβάλλοντας τα ηρωικά έργα και τη φιγούρα του Μπαρμπαγιώργου. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να ονομάζει το θέατρό του «Θέατρον ο Μπαρμπαγιώργος». Έβγαλε πολλούς μαθητές, όπως τον Αντώνη Μόλλα και τον Ανδρέα Αγιομαυρίτη, αλλά με την αυγή του 20ού αιώνα η καριέρα του άρχισε να φθίνει, με αποτέλεσμα να χαθεί σταδιακά από το καλλιτεχνικό προσκήνιο.
Το όνομά του, ωστόσο, κατάφερε να αποκτήσει θρυλικές διαστάσεις μέσα από διηγήσεις σαν την παρακάτω: «Το 1898 ο Ρούλιας έδινε παραστάσεις στην Κηφισιά. Ένα βράδυ έπαιζε κάποιο έργο ηρωικό και με έκπληξή του είδε τους θεατές ενός μουσικού θιάσου, που έπαιζε απέναντί του, να παρατάν την παράσταση του θιάσου και σαν κύμα να ’ρχονται να παρακολουθήσουν μέχρι τέλους το έργο του δικού του θιάσου των σκιών». Η συγκεκριμένη διήγηση του Φωτιάδη προέρχεται από το βιβλίο του Καΐμη, όπου το ίδιο περιστατικό περιγράφεται ως εξής: «Αναφέρουμε ένα επεισόδιο που μας το διηγήθηκε, σ’ ένα χωριό της Αρκαδίας, ο Μήτσος Βασιλιώτης. Στα 1898, βρίσκεται στην Κηφισιά, τόπο παραθερισμού της υψηλής αριστοκρατίας, όχι πολύ μακριά από την Αθήνα, όπου ο Ρούλιας είχε το θέατρο σκιών του. Ένα βράδυ, ενώ παιζόταν ένα ηρωικό έργο, βλέπουμε με έκπληξη το κοινό να εγκαταλείπει την παράσταση, που έδινε ένας θίασος Όπερας απέναντι από την παράγκα του Ρούλια, και να συρρέουν πολυάριθμοι για να παρακολουθήσουν με ενδιαφέρον και μέχρι το τέλος, το έργο που παιζόταν απ’ τον Ρούλια. Αυτό ήταν, τόσο για τον Ρούλια όσο και για το θέατρό του, πραγματική αποθέωση».
Σαρδούνης Δημήτρης ή Μίμαρος (1859-1912)
Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. η καταγωγή του ήταν από την Πάτρα στην οποία μεγάλωσε και σπούδασε. Θεωρείται ο γενάρχης του νεοελληνικού θεάτρου Σκιών, αλλά τα βιογραφικά του στοιχεία δεν είναι τόσο σαφή και ξεκάθαρα. Ο Δημήτρης Σαρδούνης έμεινε γνωστότερος στην ιστορία ως «Μίμαρος».
Ο Μίμαρος συνεργάστηκε στην Πάτρα με πολλούς καραγκιοζοπαίχτες, όπως τον Πάγκαλο και τον Αγαπητό, τους οποίους όμως δυσκολεύτηκε να πείσει για τις καινοτόμες αλλαγές του, ενώ η γόνιμη συνεργασία του με τον Γιάννη Ρούλια οδήγησε τον τελευταίο στην οριστική διαμόρφωση και επιβολή της φιγούρας του ορεσίβιου τσέλιγκα Μπαρμπαγιώργου. Σταδιακά, η καλλιτεχνική δράση του Σαρδούνη έγινε γνωστή σε ολόκληρη την δυτική Πελοπόννησο (από την Πάτρα και την Γαστούνη μέχρι τον Πύργο και την Καλαμάτα), για να κορυφωθεί στην τριετία 1899-1902, κατά την οποία ο Μίμαρος παρουσίασε με μεγάλη επιτυχία τις παραστάσεις του στην Αθήνα.
Από το 1903 και εξής όμως, η καριέρα του άρχισε να φθίνει, με αποτέλεσμα ο Μίμαρος να χαθεί σταδιακά από το καλλιτεχνικό προσκήνιο και να πεθάνει, πιθανότατα το 1912, ξεχασμένος και περιθωριοποιημένος. Η ταραχώδης καλλιτεχνική καριέρα του Μίμαρου και η εξίσου ταραγμένη εποχή του ενέπνευσαν τη μυθιστορηματική βιογραφία του Βασίλη Χριστόπουλου με τον τίτλο «Στοφως της ασετιλίνης» (εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2002). Ωστόσο, την πολύ μεγάλη καλλιτεχνική αξία του Μίμαρου επιβεβαιώνουν (πρώτα από όλα) οι εφημερίδες της εποχής που έζησε, από τις οποίες σταχυολογούμε την εξής λιτή αλλά περιεκτική κριτική της Εστίας (1899): «Είναι ο τελειότερος εις το είδος του, λέγουν», ενώ η πατρινή εφημερίδα «Νεολόγος» (το έτος 1898) έγραφε ότι «ο Μίμαρος κατέστη αληθές εντρύφημα όπου και αν έπηξε την σκηνήν του».
Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι υπήρχαν βέβαια πολλοί καραγκιοζοπαίχτες που δεν γεννήθηκαν στην Αιτωλοακαρνανία, αλλά έδρασαν κατά κύριο λόγο στην Δυτική Στερεά.