Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Οι τελευταίες μέρες του ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ και ο θάνατος του σαν σήμερα το 1904

Τη νύχτα της 27ης Αυγούστου πέρασαν τα σύνορα, αφού μετάλαβαν στο παλιό και απόμερο μοναστήρι της Μερίτσας και οπού ά­κουσαν μια ολόθερμη ομιλία του Μελά. Ήταν «Στρεμπινιώτες», παλιοί οπαδοί του Καπετάν Βαγγέλη, Κρητικοί. Κοζανίτες, Σιατιστινοί κλπ. Ταλαιπω­ρήθηκαν πολύ και υπόφεραν παρά πολλά. Μερικοί αρρώστησαν και γρήγορα αποσύρθηκαν. Δεν υπήρχαν οδηγοί, σύνδεσμοι, επιτροπές, δεν είχε προπαρα­σκευαστή τίποτε.. Περιπλανήθηκαν άδικα πολλές μέρες στις πλαγιές, στις κο­ρυφές τής Πίνδου και μέσα στα πυκνά δασοτόπια και απάτητες ρεματιές. «Έμειναν νηστικοί πολλές φορές, άλλα κινδύνεψαν περισσότερο άπό τά τουρκι­κά αποσπάσματα. «Η Θεία Πρόνοια μας επροστάτευε», έγραφε ο Μελάς.

Κάποιος οπλίτης Θανάσης Βάγιας το έσκασε την δεύτερη μέρα και τά εί­πε όλα χαρτί και καλαμάρι στους Τούρκους σαν άξιος διάδοχος του παλιού συ­νώνυμου Ηπειρώτη. Ήταν φυγόδικος στην Τουρκία και έλπιζε νά πάρη μέ την προδοσία του χάρη.
Αναγκάζονταν νά πιάνουν τσομπάνυυς ή /χορικούς πού τυχαία συναντού­σαν και νά τους βάζουν με το κάλο ή και μέ το κακό νά τους δώσουν τρόφιμα και νά τους κάμουν τον οδηγό για ένα διάστημα. Εκείνοι πάλι για νά είναι τακτοποιημένοι με τους Τούρκους, τους ειδοποιούσαν υστέρα από 3-4 ώρες ότι πέρασαν «κλέφτες» ή «κακοί άνθρωποι».
Χρειάστηκαν 12 μέρες για νά φθάσουν στο Κωσταράζι της Καστοριάς, ένα δρόμο πού τά σώματα τον έκαναν αργότερα, εύκολα και σίγουρα σε 3-4 μέρες. Τότε ή ελληνόφωνη ζώνη είχε οργανωθή και τακτοποιηθή. Είναι πραγ­ματικό θαύμα πώς γλύτωσαν, προδομένοι, απομονωμένοι, χωρίς οδηγούς και χωρίς νά ξέρουν τον τόπο. Στο Κωσταράζι ξεκουράστηκαν, χόρτασαν, πλύθηκαν μπαλώθηκαν. ‘Λπ’ εδώ καί πέρα πια δέν πείνασαν γιατί είχαν στη διά­θεση τους πολλά χωριά.
Γύρισαν στο .Βίτσι, στο Λέχοβο, στα Άσπρώγεια, στη Δροσοπηγή, στο Φλάμπουρο, στο Πολυπόταμο. Ό Μέλας διόρισε παντού επιτροπές, αγγελιο­φόρους και οδηγούς και φρόντισε νά οργάνωση την περιοχή μέ κέντρα το Λέχοβο και το Φλάμπουρο και μέ κεντρική διοίκηση το Νυμφαίο, όπου κατοικού­σαν αρκετοί αναπτυγμένοι, φιλοπάτριδες, επιστήμονες, έμποροι και κτηματίες. (Ναταλίας Μελά, Παύλος Μελάς, σελ. 399).
Εξοικονόμησε μερικά όπλα γκρα επί τόπου και περίμενε νά του στείλουν άλλα περισσότερα άπ! τά σύνορα για να εξόπλιση όλα τά δικά μας χέρια.
Πάνω άπ’ τόν  Πολυπύταμο, στις 19 Σεπτεμβρίου, έπεσε ό πρώτος νεκρός οπλίτης, ό Φίλιππος Καπετανύπουλος, φαρμακοποιός στο Μοναστήρι, αλ­λά γεννημένος στην Κατρανίτσα (Πύργος Εορδαίας), μέλος του συμβουλίου της άμυνας, «ενθουσιώδης και κάλλιστος νέος», όπως γράφει ο Μελάς. Μόλις έμαθε τή δολοφονία του ό συνεργάτης και φίλος του στο Μοναστήρι Θεόδωρος Μόδης παράτησε φαρμακείο, ευμάρεια και πλούτο και πέρασε στή Δροσοπηγή (Μπελκαμένη), οπού επί 20 μέρες περίμενε τον Μελά, για νά καταταχθή στο σώμα και νά εκδικηθή τη. δολοφονία του φίλου του. Ένα μεγάλο τουρκι­κό άποπασμα άπο πεζικό και ιππικό τους άρχισε στις μπαταρίες ενώ ανέβαι­ναν έναν απότομο και δύσκολον ανήφορο. Μιά σφαίρα βρήκε τον Καπετζνόπουλο στο μηρό και στο υπογάστριο. Ο Μελάς και ο Λαμπρινός τον σήκωσαν κά­τω άπο βροχή σφαίρες και τον έχωσαν σε μερικά κλαδιά, οπού και ξεψύχησε Ο Μελάς τον σκέπασε με τη δική του κάπα, μένοντας αρκετές μέρες με ένα ψιλό αδιάβροχο, ενώ έβρεχε αδιάκοπα.
Στο Φλάμπουρο του ήρθε ενίσχυση άπο 30 άνδρες του Καραλίβανου, του Κρητικού ΙΙούλακα και του Ιβάνη, πού έφυγε αμέσως για την Κατρανίτσα με τους 11 συντρόφους του.
Η φήμη του γρήγορα απλώθηκε,ερχόταν από μακριά καλοί πατριώτες με τα παιδιά τους νά τον γνωρίσουν και νά του φιλήσουν το χέρι. Οι κομιτατζήδες σκότωσαν το Δημήτρη και Πέτρο Κίονσταντινίδη και τον Μηνά και Ζα­φείρη Ιωαννίδη από τις Λεπτοκαρυές και έκοψαν τά δυο αυτιά του εφημερίου Μεσοχωρίου Παπαΐωάννου, μόνο και μόνο, γιατί είχαν πάει νά δουν τον Μελά στο δάσος του Φλάμπουρου.
Η καλοσύνη του προκαλούσε τον γενικό θαυμασμό ή ακόμη και την κα­τάπληξη και απορία. Οΰτε σκότωνε ούτε τρομοκρατούσε ούτε εκβίαζε. Τον εί­παν και Ιεραπόστολο…
Απο γράμμα στη γυναικαδέλφη του ‘Έφη Καλλέργη συμπεραίνει κάνεις ότι λογάριαζε νά πεταχτή και ως το Μεγάροβο, πέρα δηλ. άπ’ το Μοναστήρι και αρκετά μακριά, για κλέφτικη πορεία, φθινοπωρινό μάλιστα καιρό.
Άφησε τους μισούς άντρες στην περιοχή Δροσοπηγής-Φλάμπουρου-Λε-χόβου και με 35 ξεκίνησε για το Ζέλοβο (Ανταρτικό) για νά συνάντηση τον θύμιο Καούδη. Ίσως θά προχωρούσε απ’ εκεί για το Μεγάροβο και το Μονα­στήρι. Είναι το Ανταρτικό στην κορυφογραμμή του Περιστερίου πού αναγκα­στικά θ’ ακολουθούσε. «Ηταν ό διοικητής και αρχηγός στο βιλαέτι Μοναστη­ρίου και ήθελε νά δή και. νά οργάνωση και εκείνος εκεί την περιοχή του. Παρά τό αρχικό του πρόγραμμα σταμάτησε στή Στάτιστα {σήμερα λέγεται Μελά) γιά νά ξαποστάσουν οί κουρασμένοι και μουσκεμένοι άνδρες του και για νά διανυκτερεύσουν κάτω άπο κάποια στέγη. Έβρεχε 23 μέρες συνέχεια. Έκα­με όμως τό λάθος νά μείνη εκεί και την άλλη μέρα. Και τον βρήκε μονάχα αυ­τόν απ’ όλο τό σώμα ή τούρκικη σφαίρα. Πριν ξεψυχήση είπε του Πίρζα νά παραδώση τό σταυρό του στη γυναίκα του, το τουφέκι του στον γιο του και να τους πή ότι έκαμε μονάχα το καθήκον του, Ήταν μέρα Τετάρτη, 13 Όκτωβρίου του 1904.
Μιά ομάδα άπο 6 άνδρες με τον Γεώργιο Βολάνη, τον αρχηγό αργότερα του Μοριχόβου, καί τον Χρίστο Παναγιωτίδη η Μαλέτσκο, ψυχογιό του καπε­τάν Βαγγέλη, αιχμαλωτίστηκε.
ΟΙ Τούρκοι έμαθαν τον θάνατο τοΰ Μελά απ’ τις αθηναϊκές εφημερίδες. Είχε συγκλονιστή όλη ή Ελλάδα. Κατάπληκτοι έμαθαν οι Έλληνες ότι έζησε ανάμεσα τους ένας άγνωστος αληθινός ήρωας, πού πήγε νά θυσιαστή μακριά, πέρα άπ’ την Καστοριά, σέ μερικά άγρια βουνά, κοντά σε κάποια Στάτιστα, που κανένας δεν είχε ακούσει έως τότε ούτε το ονομά της.
Ό Παυλος Κύρου έστειλε στις 17 Οκτωβρίου απ’ το Ανταρτικό τον Στατιστινό οπλίτη του Ντίνε νά πάη στο χωριό, νά ξεθάψη και νά φέρη στο Ανταρ­τικό το νεκρό αρχηγό, Ό Ντίνες ξαναφόρεσε τά χωριάτικα, πήγε στη Στάτιστα καί με την βοήθεια δυο εξαδέλφων του τον ξέθαψε τη νύχτα. Μα έφτασε κείνη την ώρα ο λόχος του Μαυροχωρίου. Ό λοχαγός κάλεσα το μουχτάρη, τους αζάδες, τους αγροφύλακες καί τους έστρωσε σέ άγριο ξύλο γιά νά του δεί­ξουν που ήταν θαμμένος ό «Γιουγναλής» (Έλληνας) αρχηγός. Θά είχαν εκδοθή φαίνεται αυστηρές διαταγές να βρεθή οπωσδήποτε. Ζήτησε επίσης νά πα­ρουσιαστούν μπροστά του όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Αναγκάστηκαν νά συμ­μορφωθούν και οι δύο εξάδελφοι του Ντίνε. Εκείνος τότε ξαναπαράχωσε το νεκρό, αφού του έκοψε το κεφάλι, πού το έφερε μ’ έναν τορβά στο Ανταρτικό, στο σπίτι του Ηλία Γκαντουτσή. Το πήραν άπ’ εκεί οί Βασιλ. Αγοραστός, υπάλληλος του Προξενείου Μοναστηρίου,Χασόπουλος καί Χατζηκώτσης, μέ­λη της επιτροπής Πισοδερίου καί οί δάσκαλοι Φίτζος καί Παπαφιλίππου το έ­θαψαν μεσάνυχτα στο παρεκκλήσι της Άγιας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Ό Παπασταύρος παρακάλεσε λίγο αργότερα τον Κωνστ. Μαζαράκη νά «γράψη τη ευγενέστατη χήρα ότι έκαμε τακτικά τά τριήμερα, εννεάμερα καί σαραντα-ήμερα μνημόσυνα») του νεκρού.
Ύστερα από λίγες μέρες οι Τούρκοι ανακάλυψαν το κορμί και το πήγαν στην Καστοριά, χωρίς ξυλοδαρμούς αυτή τη φορά. Τους βοήθησαν και οί αθη­ναϊκές εφημερίδες, πού καθόριζαν με πολύ ακρίβεια τή θέση του τάφου…
Τον Απρίλιο του 1907 είχε πάει στην Καστοριά η Ναταλία Μελά. Τότε έστειλε ό μητροπολίτης Καραβαγγέλης  τόν Παναγιώτη Ζησιάδη να φέρη από το Πισοδέρι το κεφάλι, μα τον έπιασαν οι Τούρκοι, τον ξυλοφόρτωσαν και τον έριξαν στη φυλακή της Φλώρινας. Ευτυχώς το άλογο του με τη βαλίτσα τα εί­χε πάρει ένας Πισοδερίτης.Έτσι το κεφάλι ενώθηκε πια με το κορμί κάτω από την Άγια Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της Καστοριάς.
Είναι αμφίβολο αν χωρίς τον Παύλο Μελά θα άρχιζε ο αγώνας. Είναι επί­σης αβέβαιο αν χωρίς τον θάνατο του θα έπαιρνε γρήγορα τις διαστάσεις που πήρε.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΔΗ  «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ’»
Επιμέλεια Σάκης Πέτρου
pekp