Ετικέτες

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

ΠΑΛΑΙΡΟΣ: Μια μέρα έφυγε, μια άλλη θα ΄ρθει!

Εκείνες οι άγιες στιγμές που βάφεται ο ουρανός στα θερμά του χρώματα, που η πλάση στον ορίζοντα φαντάζει να καίγεται, να λιώνει κάτω από τη λάμψη του βασιλιά ήλιου, που «πάει για ύπνο», όπως λένε τα μικρά νηπιάκια.
Στην πόλη, αυτή η ώρα περνάει συνήθως χωρίς να την καταλάβεις. Περνάει αδιάφορα από μπροστά σου, βιαστικά, τρέχει ανάμεσα στα γκρίζα ντουβάρια και δεν προλαβαίνει να σε αγγίξει το χρώμα και η ζεστασιά της. Μπορεί να σε πετύχει στην επιστροφή σου από τη δουλειά, ή στο τρέξιμο για τις υποχρεώσεις των παιδιών, στα ψώνια για το σπίτι….
 Σπάνια, πολύ σπάνια και αν είσαι τυχερός και ζεις σε σημείο με θέα προς τη δύση, μπορεί εκείνη τη στιγμή, που θα πιάσεις στον αέρα μια αλλαγή στη φωτεινότητα της μέρας, τυχαία, να σηκώσεις τη ματιά σου προς τον ορίζοντα, ίσως και το κινητό σου για να αποθανατίσεις με ένα βιαστικό «κλικ» τη στιγμή.
Μπορεί ακόμα στα λίγα εκείνα δευτερόλεπτα, που σπάνια ξεπερνούν το λεπτό, να αδειάσεις και το μυαλό σου από σκέψεις, μπροστά στο μεγαλείο της φύσης.
Για λίγο, και μετά γυρίζεις βιαστικά σε αυτό που έκανες, γιατί δεν σε παίρνει να χάσεις κι άλλο λεπτό από τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις σου, ένα, νομίζεις, χαμένο λεπτό, που πέρασε έτσι ανεκμετάλλευτο. 
Τι λάθος αντίληψη!
Κάποιοι θα πουν βέβαια ότι ακόμα και στην πόλη μπορείς να απολαύσεις τη στιγμή. Ότι είναι πολλοί που την ώρα εκείνη κάνουν την απογευματινή τους βόλτα δίπλα στη θάλασσα ίσως, ή απολαμβάνουν με συντροφιά κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο την γαλήνη της. Φυσικά και υπάρχουν, μα η πλειοψηφία των ανθρώπων δυστυχώς την χάνει, και συνειδητοποιεί ότι η μέρα έφυγε όταν χρειαστεί να ανάψει τα φώτα στο μισοσκότεινο σπίτι της.
 Κι όμως είναι τόσο υπέροχες αυτές οι στιγμές στη ζωή μας.
Το κατάλαβα, όταν πριν λίγο καιρό βρέθηκα σε μια από τις πιο όμορφες δυτικές παραλίες , απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε ξεκινήσει την καθοδική του πορεία προς τη θάλασσα. Κι άλλες φορές είχα βρεθεί τέτοια ώρα εκεί, όμως ήταν η πρώτη μου φορά που δεν έβλεπα απλά τον ήλιο να πέφτει, αλλά βυθίστηκα κι εγώ μαζί του στη θάλασσα. Ήταν η πρώτη μου φορά που αφέθηκα μετά από λίγα λεπτά πλήρους χαλάρωσης του μυαλού μου στο να αναλογιστώ τα όμορφα και μόνο, της ημέρας μου.
Παρακολουθώντας το παιχνίδι του με τα σύννεφα στον ορίζοντα, τις χιλιάδες αποχρώσεις του κόκκινου και του κίτρινου που μπερδεύονταν τόσο ταιριαστά με τα μπλε και τα γαλανά της θάλασσας, ένιωσα ότι ο χρόνος σταμάτησε γύρω μου.
Το μυαλό μου δεν επέτρεπε άλλο θόρυβο από την παραλία να φτάνει στα αυτιά μου πέρα από το σύρσιμο των κυμάτων στην αμμουδιά. Η πιο γλυκιά μελωδία, η πιο όμορφη μουσική! Και εγώ εκεί, να σκέφτομαι ξαφνικά μετά από τόσο καιρό, ότι η ζωή είναι τόσο όμορφη. Αφού σου δίνει τη δυνατότητα να επιλέγεις να ζεις αυτή τη μαγεία κάθε μέρα, είναι πολύ όμορφη!
Και μετά από αυτή τη …. ναι …γενικότητα (η ζωή είναι ωραία), ένα-ένα ήρθαν στο μυαλό μου όλα εκείνα που την επιβεβαίωναν. Και χάνονται, φεύγουν μακριά. Όλα εκείνα που τη χαλάνε. Είναι σαν ξαφνικά, όλος ο αφρός των κυμάτων να σε καθαρίζει από τις άσχημες σκέψεις, τις απαισιόδοξες, αυτές που σε δεν σε αφήνουν να κάνεις βήμα μπροστά. Και αφού σε καθαρίσει μετά σε σπρώχνει να προχωρήσεις. Σκέψου πώς είναι να είσαι μέσα στη θάλασσα και να αφήνεσαι, ίσα να κουνάς ίσως λίγο τα πόδια σου για να μη βουλιάξεις, να αφήνεσαι στο κύμα να σε πηγαίνει, να σε σπρώχνει προς την ακτή, χωρίς να προσπαθείς, να κάνεις αγώνα να φτάσεις. 
 Σε πάει μόνο του, απαλά, δροσερά, ξεκούραστα! 
Στην ακτή, εκεί που είναι ο στόχος σου. Τόσο απλά!
Μα στην ακτή είναι ο στόχος ή στη θάλασσα, στα μεγάλα ταξίδια;
Εδώ ο καθένας θα δώσει τη δική του απάντηση και εγώ τη δική μου. Συνήθως στη θάλασσα είναι η πορεία μας, στα πάνω κάτω των κυμάτων. Και στην ακτή, στη σταθερότητα της γης αυτό που κυνηγάμε.
Από την άλλη, αυτή η ζωή μαζί με την ομορφιά της, είναι τόσο μα τόσο παράξενη.
Τα κύματα μπορούν να μας οδηγήσουν στην ακτή, αλλά και να μας πνίξουν. 
Όμως και αυτή η αβεβαιότητα ξεχνιέται, τη στιγμή που ο ήλιος αγγίζει τη θάλασσα και χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη της, αργά αργά, νωχελικά, βουλιάζει λίγο λίγο και χάνει το σχήμα του, και μένει μόνο χρώμα. 
Χρώμα που βάφει τα πάντα, που κάνει τη θάλασσα φωτιά. 
Αλμύρα και φωτιά! 
Ναι, νομίζω είναι αυτό που χρειαζόμαστε. 
Το αλάτι καίει τις πληγές, η φωτιά τις αποτελειώνει!
Και όταν πια χάθηκε και ο ήλιος και τα χρώματα σκούρυναν, τότε ήταν σα να βούλιαξα και εγώ μαζί του στη θάλασσα. Έμεινα εκεί, κάτω από το νερό, με τα μάτια ανοιχτά και γύρω μου καίγονταν όλα τα άσχημα της ζωής τη δικής μου, αλλά και όλων μας. Λάμψεις έντονες, μικρές εκρήξεις σαν πυροτεχνήματα που μέσα στο νερό κατέληγαν μικρές φυσαλίδες. Τα άσχημα της ζωής μας μικρές φυσαλίδες της θάλασσας!
Και με αυτή την σκέψη, να ΄μαι ξανά στην επιφάνεια, και οι ήχοι της παραλίας να ξαναέρχονται σιγά σιγά στα αυτιά μου.
Μια μέρα έφυγε, μια άλλη θα ΄ρθει!\
ΔΕΙΤΕ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΙΘΑΝΕΣ ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΜΑΣ




























Φωτο: Βαγγέλης Κουτιβής
Κείμενο aromalefkadas