Ετικέτες

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Ο Jimmy (Τζίμης), τα ούζα και η Εθνικοφροσύνη της εποχής. (Παρα-κράτος και λειτουργική).

Από την αρχή της δεκαετίας του 1960 μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1990 η προετοιμασία για την εγκατάσταση και η ίδια η εγκατάσταση της Αμερικανικής τηλεπικοινωνιακής βάσης στην ορεινή Λευκάδα, στην περιοχή Αμμόκαμπος της Εγκλουβής, απετέλεσε και μια πηγή εργασίας για κάποιους πολίτες της Νήσου και αυτό ήταν και ένα θετικό στοιχείο του όλου προγράμματος εγκατάστασης, στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, των όποιων Αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη συνολικά. 
Καρυά Λευκάδας, 1958: Η πλατεία (Φώτο του Δημ. Χαρισιάδη)
Η πλέον των 30 ετών κύρια εγκατάσταση των Αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα και η συνέχεια εργασίας που εξασφάλιζαν για τους εργαζομένους σε αυτές Έλληνες, είναι το θετικό στοιχείο της όλης υπόθεσης, μαζί με τις άλλες εξωτερικές οικονομίες (εφοδιασμός, διάφορες εργασίες).
Ακόμη, και σύμφωνα με την αποδοχή της θετικότητας που προσέφερε η όλη εγκατάσταση, πρέπει να αναφερθεί και η κοινή διατύπωση των γεωργών της αντίστοιχης περιοχής της Ορεινής Λευκάδας, ότι: «αν δεν γινόταν ο δρόμος απ΄ την Καρυά για την Αμερικανική βάση όλες οι ως τότε αμπελοκαλλιέργειες και κάθε άλλη καλλιέργεια θα είχαν εγκαταλειφθεί, λόγω του δύσβατου της πρόσβασης». Και αυτό είναι ακόμα εμφανές και σήμερα.

Ακόμη και η εκμετάλλευση συνολικά του Αμμόκαμπου, πάνω από την Εγκλουβή, για την όποια ανοικοδόμηση, κατασκευή δρόμων ή άλλων έργων, έγινε κατορθωτή μετά την διάνοιξη του δρόμου για την εγκατάσταση και λειτουργία της Αμερικανικής Βάσης. Τα εγγενή χαρακτηριστικά τα οποία έπρεπε να φέρει κάποιος πολίτης την εποχή εκείνη, για να εργαστεί σε όλο το φάσμα των εργασιών της Αμερικανικής βάσης, ήταν από τότε καθορισμένα και προσδιορισμένα με τον θεωρητικό όρο «εθνικοφρονικά» κατά κύριο λόγο, τα οποία βέβαια είχαν ποσοτικό κυρίως προσδιορισμό τύπου Γκρούεζα*, κατά την κινηματογραφική φιλμογραφία της εποχής. Σε αυτό το κατά Γκρούεζα σύστημα ασφαλώς θα έπαιρνε μέρος και κατά κύριο λόγο και η επίσημη χωροφυλακή Αρχή (στρατιωτική αστυνομία ονομαζόταν την αρχή του 20ου αιώνα), μια και ήταν διοικητικά αρμοδία να χορηγεί το κάθε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και φαντάζει περίπου προφανές, ότι δεν θα ήταν διατεθειμένη αυτή η κρατική αρχή και κάποια στελέχη της ή απλά όργανά της, να αφήσουν να περνάει από δίπλα τους ο όποιος χρηματικός τζίρος παρήγετο από το όλο -κατά Γκρούεζα- σύστημα στο οποίο εμπλέκονταν οι παρακρατικοί πολίτες.
Το καφενείο ΝΕΟΝ, έργο του Γιάννη Τσαρούχη

Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο της λειτουργίας τα πρώτα χρόνια ως το 1970 της Αμερικανικής βάσης στον Αμμόκαμπο της Εγκλουβής, ασφαλώς θα υπήρχαν και γεγονότα εύθυμα που συνόδευαν την ύπαρξη της Αμερικανικής Βάσης και ένα απ΄ αυτά, είναι το παρακάτω.
– Στην Αμερικανική βάση υπηρετούσε και κάποιος χαμηλόβαθμος ίσως στρατιωτικός, ονόματι Τζίμης (Jimmy).
Ποιος ξέρει από ποιο σημείο ταλαίπωρης επαρχίας και στα αζήτητα της Αμερικανικής αχανούς χώρας θα κατήγετο και απεφάσισε ως στρατιώτης να έρθει στην Ελλάδα στις Αμερικανικές βάσεις για να ζήσει. Και ίσως ένοιωσε έτσι κάπως πατερναλιστικά απέναντι στους πολίτες της χώρας εργασίας του και πήραν τα μυαλά του και λίγο αέρα Γιάνκι καουμπόι εκδοχής και μαζί με ό,τι δολάρια είχε ως μισθό στην τσέπη εκάστοτε, κατέβαινε στο χωριό Καρυά και ίσως του άρεσε και λίγο το αλκοόλ και έπινε σε κάποιο καφενείο, προσδιορισμένης βέβαια εθνικοφρονικής κατεύθυνσης. Το καφενείο αυτό, αλλά και ο ιδιοκτήτης του καφενείου, βλέποντας τα δολάρια του Τζίμη, τον πότιζε, τον κέρναγε και λίγο παραπάνω για να γίνει η ανακλάδωση της οινοπνευματικής καταναλώσεως, με αλληλοκεράσματα απ΄ τον Τζίμη προς τους θαμώνες, και να πιάσει κάτι παραπάνω ως είσπραξη το καφενείο.
Μες την οινοπνευματική ευθυμία και στο κέφι, λοιπόν ο Τζίμης πλήρωνε και δολάριο (1 δολλάριο = 30 δραχμές από το 1953) και έτσι λάβαινε χώρα η επαγωγική ανακλάδωση της ευθυμίας του συστήματος οινοπνεύματα (ούζα) – δολαρίων. 
Το όλο σύστημα Καφενείου – Τζίμη – Οινοπνεύματα – Δολαρίων, δεν άργησε να το ενστερνιστεί και η χωροφυλακή του χωριού της εποχής και κάποια όργανά της προσεχώρησαν ως μύστες στο όλον του συστήματος. Έγινε η επέκταση του συστήματος με την συμμετοχή κάποιων οργάνων της χωροφυλακής του χωριού – οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η κεφαλή της χωροφυλακής μέσα στο τσακίρ κέφι, ζήτησε κάποια στιγμή απ΄ τον καφετζή κοντά στα μεσάνυχτα να σβήσει τα φώτα του καφενείου για να χορέψουν όλοι μαζί και με τον Τζίμη, με σβηστά τα φώτα κλέφτικα και εθνικοφρονικά τραγούδια. Και ο χορός στα σκοτάδια εξηγείται μια και δεν ήθελε και δεν έπρεπε τον επικεφαλής της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής του χωριού, να τον δει κάποιο μάτι να χορεύει μεσάνυχτα ποτισμένος κι αυτός με ούζα, μέσα σε καφενείο. 
Κατά μετέπειτα πληροφορίες, από τότε συμμετέχοντες στο όλο σύστημα: Καφενείου – Οινοπνεύματος – Τζίμη – Χωροφυλακής – Χορού στα σκοτάδια, ως λεπτομέρεια υπήρχε μάλλον ηλεκτρόφωνο με δισκάκια και για χορευτικά τραγούδια παίζανε εθνικοφρονικά και άλλα δημοτικά άσματα «Γρίβα μου σε θέλει ο Βασιλιάς», «Ρούσα Παπαδιά», «Κόφ΄την Ελένη ΄μ την ελιά» κλπ.
Η όλη αυτή διεργασία όμως, που ενισχυόταν για το διάφορό του απ΄ τον καφετζή (δηλαδή για την επαγωγική ανακλάδωση των εισπράξεων σε δολάρια του καφενείου), η όλη αυτή λοιπόν διεργασία, είχε και κάποια ευτράπελη πλευρά, ίσως και σοβαρή, που πήρε μικρή διάσταση, αλλά λύθηκε κοινωνικά χωρίς παραπέρα παράγωγα.
Ο Τζίμης, ποτισμένος από το οινόπνευμα (πάλι κατά πληροφορίες του άρεσε το ούζο Χρυσανθακόπουλου απ΄ την Πάτρα) και με ανεβασμένα τα καουμπόικα γράδα, βλέποντας και νοιώθοντας ότι με το δολάριο είναι πολίτης του κόσμου, έβγαινε έξω απ΄ το καφενείο την νύχτα, μετά την οινοποσία και τον νυχτερινό στα σκοτάδια χορό, και φώναζε έβριζε απειλούσε μεθυσμένος, ότι: «θα σας κάνω, … θα σας δείξω, …», εκστομούσε φωναχτά γενετήσιες βρισιές «θα σας …», και γενικά παραφερόταν ως μεθυσμένος Yankee και γραδάτος Cowboy.
Kανείς απ΄ τους θαμώνες δεν μπορούσε να τον καθησυχάσει -ο μεθυσμένος δεν ελέγχεται γενικά- ακόμα και η χωροφυλακή δεν ήθελε να επέμβει και στο όνομα της καφενειακής εθνικοφροσύνης για να μην χαλάσει τον τζίρο του Εθνικόφρονα ίσως καφετζή, αλλά και διότι ο διοικητής και άλλοι της χωροφυλακής που συμμετείχαν στους νυχτερινούς χορούς στα σκοτάδια, φοβόταν μήπως και αποκαλυφθούν, ακόμα και απ΄ τον ίδιο τον εθνικόφρονα καφετζή, που θα έχανε τον δολαριακό τζίρο, από τυχόν απομάκρυνση του Jimmy.
Την λύση στο όλο πρόβλημα ήρθε να δώσει η αυτενέργεια του κατοίκου του χωριού, που -καίτοι έκλινε προς την Εθνικοφροσύνη- δεν ανεχόταν τις βρισιές και τις απειλές του Jimmy, μια και ο δρόμος για το σπίτι του πέρναγε μπροστά από το καφενείο του όλου οινοπνευματικού – εθνικοφρονικού – δολαριακού συστήματος.
Κάποια βραδιά λοιπόν που ο Jimmy ποτισμένος ούζα απ΄ τον Καφετζή και σε κατάσταση παροξυσμού απειλών και βρισιών, ο κάτοικος, από Μ. το όνομά του, (αγροτοκτηνοτρόφος, είχε λίγα πρόβατα οικόσιτης λειτουργίας), πιάνει έξω από το καφενείο τον Jimmy και του βάζει τον σουγιά (με λαβή από κέρατο κριαριού) στον λαιμό, απειλώντας ότι θα τον σφάξει. 
O Jimmy μεθυσμένος ίσως κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί αν συνέχιζε και φοβούμενος, καίτοι μεθυσμένος, σιώπησε. Και από τότε έληξε το όλο σκηνικό του συστήματος Παρακρατικοί – Εθνικοφροσύνη – Ούζα – Δολλάρια – Jimmy – Χωροφυλακή, μια και ο Jimmy δεν ξανακατέβηκε στο χωριό από την Αμερικανική βάση.
Ίσως κάτι να έγινε γνωστό και στα ανώτερα κλιμάκια της Διοίκησης Χωροφυλακής Λευκάδος, και στους ιθύνοντες στην Αμερικάνικη βάση, αλλά το όλο θέμα, δεν έγινε πλατιά γνωστό, έμεινε στα αζήτητα της Εθνικοφροσύνης.
Δεν ήταν η ύπαρξη της Αμερικάνικης βάσεως που επέβαλε την εθνικοφρονική διάθεση της εποχής, αλλά η διάθεση των ντόπιων Εθνικοφρόνων (ο κάθε Γκρούεζας) μαζί με μην κρατική αρχή (χωροφυλακή), που έβλεπε την ευκαιρία για αρπαγή χρήματος (δολαρίων του Jimmy εδώ), μέσω της Εθνικοφροσύνης, που αυτή η ντόπια Εθνικοφροσύνη κάλεσε (για τον λόγο του Box Office) τις Αμερικανικές βάσεις μεταπολεμικά στην Ελλάδα.
Χρόνια μετά, όταν ρωτήσανε το Μ. για το που βρήκε το θάρρος και έβαλε τον σουγιά στο λαιμό του Jimmy, ο οποίος ήταν και προστατευόμενος από το σύστημα της εθνικοφρονικής δολαριακής χαφιεδικής Χωροφυλακής της εποχής, ο ερωτώμενος Μ. απάντησε στρίβοντας το ασπρισμένο, σαν ημιτσέλιγκας, μουστάκι του. 
«Σιγά μην δεν καταλάβαινα εγώ, ότι ο Διοικητής της χωροφυλακής και οι λοιποί χωροφύλακες ήταν βοσκοί απ΄ τα Τζουμέρκα, που τους στείλανε εδώ ως χωροφύλακες να μας κάμουν κουμάντο μες τον τόπο μας». Και συνεχίζοντας έδωσε την εξήγηση της απάντησης: «Πρόβατα έχω και εγώ και καταλαβαίνω τους όμοιούς μου τσοπάνηδες».
Από την εποχή της δεκαετίας του 1960 που συνέβησαν τα παραπάνω εθνικοφρονικά – δολαριακά – ευτράπελα, έχουν περάσει 50 και πλέον χρόνια, μιάμιση και πλέον ηλικιακή γενεά.
Η Εθνικοφροσύνη στην Ελλάδα δεν ήταν παρά η μεταπολεμική ως συνέχεια εκδοχή της παλαιότερης Μεγάλης Ιδέας, η οποία μεγάλη ιδέα μέσω των συνοριακών-εδαφικών ανακατατάξεων που επέφεραν οι παγκόσμιοι οι πόλεμοι, με την δημιουργία των Εθνικών κρατικών πλέον οντοτήτων, εν προκειμένου της Ελλάδος, προέβαλε εικονικά το στοιχείο του Έθνους (ιστορική μακρά έννοια), για να καλύπτεται έτσι η διεργασία της εκμετάλλευσης και της ιδιοποίησης του κράτους και των λειτουργιών του.
Αυτός είναι ο λόγος που η λειτουργική έκφανση της Εθνικοφροσύνης στα μεταπολεμικά χρόνια στην Ελλάδα, ήταν η πρακτική του χωροφυλακο-χαφιεδισμού και του συστήματος αρπαχτής των κρατικών πόρων και κονδυλίων (σύστημα Γκρούεζα). Επειδή η λειτουργική έννοια του κράτους είναι και παραμένει: η Αρχή (δηλαδή η εξουσία) και οι οικονομικοί πόροι.
www.kolivas